Σερραϊκό Αποθετήριο

Αποθετήριο: Εικόνα
photo

Αποθετήριο: Είδος Αποθετηρίου

Περιοχές του νομού με ιδιαίτερο ενδιαφέρον

Αποθετήριο: Όνομα
Κ. ΒαβαλέκαςΧ. Βουρουτζίδης

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Ανατολικά της πόλεως των Σερρών και σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων βρίσκεται το προάστιο του Αγίου Ιωάννου. Ο οικισμός ενώθηκε με το δήμο Σερρών το 1946 και όπως τώρα έτσι και κάποτε ο κατάφυτος από αιωνόβια πλατάνια και πλούσιος σε τρεχούμενα νερά τόπος είναι κατά τους θερινούς μήνες χώρος αναψυχής των Σερραίων. Ο χρονογράφος των Σερρών Παπασυναδινός μνημονεύει αυτόν τον τόπο: «Ιουνίου 24, 1631,...εκάλεσαν οι απατζήδες τον αρχιερέα και τους κληρικούς και τους εξάρχους του Πατριάρχη εις τον Άγιον Ιωάννην και εχάρηκαν κατά πολλά...».

ΜΕΝΟΙΚΙΟ ΟΡΟΣ - ΦΑΡΑΓΓΙ Ι. Μ. Τ. ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Βορειοανατολικά της πόλης των Σερρών βρίσκεται ο ορεινός όγκος του Μενοικίου όρους, γνωστός για τους λειμώνες του, τη χαμηλή ποώδη βλάστηση του και τα αινιγματικά σπήλαια του. Πέτρινες καλύβες κτηνοτρόφων και τεχνικά έργα συλλογής ομβρίων υδάτων, συμπληρώνουν το πανέμορφο ορεινό τοπίο με την έντονη γεωμορφολογία και ποικιλία ανάγλυφου με υψηλές κορυφές, φαράγγια και ορθοπλαγιές, έντονα βραχώδεις εξάρσεις και άφθονα καρστικά φαινόμενα. Η βιοποικιλότητα της περιοχής είναι υψηλή. Στην περιοχή υπάρχουν 72 σημαντικές φυτικές μονάδες ενώ η πανίδα της περιοχής είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

ΔΑΣΟΣ ΛΑΪΛΙΑ

Ένας μοναδικός παράδεισος Βόρεια της πόλης των Σερρών και σε απόσταση 25 χλμ. απ' αυτήν, συνδεδεμένος μαζί της με χίλιες παραδόσεις και ιστορίες είναι το υψηλό δάσος οξιάς και δασικής Πεύκης, το σε έκταση 30.000 στρεμμάτων δάσος του Λαϊλιά. Το πανέμορφο αυτό δάσος προσφέρει καταφύγιο σε μεγάλα θηλαστικά και πτηνά, σπάνια και κοινά. Οι λίγες καφετιές αρκούδες της Β. Ελλάδας βρίσκουν άσυλο στο βόρειο απόκρημνο τμήμα του ενώ ο αγριόγαλος και οι αγριόκοτες φωλιάζουν στα υψίκορμα πεύκα του. Τα ζαρκάδια, τα αγριογούρουνα, οι βίδρες, τα διάφορα αρπακτικά και οι πεδινές πέρδικες αποτελούν το θαυμαστό κόσμο της πανίδας του, ενώ σπάνια φυτικά είδη, μοναδικά στην επιστήμη, βρίσκουν εκεί το χώρο τους. Πέντε είδη, πέντε υποείδη, πέντε ποικιλίες, μια μορφή και ένα υβρίδιο καταγράφονται εδώ για πρώτη φορά, ως νέα για την επιστήμη. Στο κέντρο του δάσους υπάρχει ένα θαυμάσιο και μοναδικό παλαιοβοτανικό μουσείο, ο σφαγνώνας του Λαϊλιά. Στο χώρο αυτό, που ανακηρύχθηκε διατηρητέο Μνημείο της Φύσης, έγιναν γεωλογικές έρευνες και διαπιστώθηκε η μεταπαγετώδης εξέλιξη του δάσους της περιοχής, με τις εναλλαγές των ειδών σε συνδυασμό με την ανθρωπογενή επίδραση. Διαπιστώθηκε δηλαδή η ύπαρξη, από το 2000 π.Χ, δάσους στην περιοχή αυτή που το αποτελούσαν δένδρα φυλλίρας, λεπτοκαριάς και δρυός που με την διαδοχή του χρόνου σήμερα έχουν αντικατασταθεί από οξιά και δασική πεύκη. Στη χλωρίδα του Λαϊλιά έχουν καταγραφεί 315 είδη και άλλες κατώτερες ταξινομικές μονάδες φυτών.

ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ

Σε απόσταση είκοσι τεσσάρων χιλιομέτρων από την πόλη των Σερρών και επάνω στον οδικό άξονα που οδηγεί προς το τελωνείο του Προμαχώνα βρίσκεται η πόλη του Σιδηροκάστρου. Χτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας Ηράκλειας, κτίσμα του Φιλίππου Β', στο λόφο Iσάρ, που δεσπόζει της όλης περιοχής, υπάρχουν απομεινάρια από τα τείχη που οικοδόμησε ο Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος (1328-1341) με δύο περιβόλους, κεντρικό και εξωτερικό, δύο πύλες και πύργο στη βάση του οποίου υπάρχει δεξαμενή νερού. Στον ίδιο λόφο υπάρχει ο ναός του Αγίου Δημητρίου το ιερό του οποίου, κοσμημένο με Βυζαντινές τοιχογραψίες είναι ο θάλαμος, λαξευμένου στο βράχο τάφου των ελληνιστικών χρόνων.

ΤΕΧΝΗΤΗ ΛΙΜΝΗ ΚΕΡΚΙΝΗΣ

Δυτικά της πόλης των Σερρών και σε απόσταση 45 περίπου χιλιομέτρων βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους και ταυτόχρονα ωραιότερους υγροβιότοπους της Ελλάδος. Ο υγρότοπος αυτός μετασχηματίστηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες τουλάχιστον δύο φορές από ανθρωπογενείς επεμβάσεις. Πριν από το 1932, όταν έγινε το πρώτο φράγμα, η περιοχή βρισκόταν σε κατάσταση έλους, όπου ο Στρυμόνας ποταμός κυλούσε άλλοτε βαριεστημένα και άλλοτε ορμητικά, απειλώντας το ανθρώπινο δυναμικό της περιοχής. Υδροχαρή δάση, παρθένες περιοχές με άγρια ζώα και πουλιά απαγόρευαν τη γεωργική και την οικιστική δραστηριότητα στους περιοίκους.

Η κατασκευή του φράγματος το 1932 δημιούργησε μια υδάτινη επιφάνεια, που ποικίλλει εποχιακά, μετά και τη δημιουργία του νεότερου φράγματος του 1982, από 54.000 ως και 72.000 στρέμματα και λειτουργεί με διττή κοινωνική ωφελιμότητα: ως τεχνικό έργο, μεγάλης γεωργικής ωφέλειας, και ως υγρότοπος διεθνούς σημασίας (Συνθήκη RAMSAR) για χιλιάδες υδρόβια και παρυδάτια πτηνά. Ωστόσο, συχνά αυτές οι δύο ξεχωριστές λειτουργίες εξυπηρετούν αντίθετα συμφέροντα, γεγονός που δημιουργεί κοινωνικές τριβές στην περιοχή. Κι αυτό, γιατί όταν η στάθμη των νερών της λίμνης υψώνεται προς όφελος της γεωργίας, οι φωλιές των πουλιών χάνονται ή μετατοπίζονται. Η ανύψωση της στάθμης των νερών της λίμνης προσβάλει και τα υδροχαρή δάση της λίμνης, που όταν κατακλύζονται δεν καρποφορούν, δεν ανανεώνονται, χάνονται και χάνεται μαζί τους το υπόβαθρο της φωλιάς, διακόπτοντας έτσι την αναπαραγωγή της ορνιθοπανίδας στην περιοχή. Παρ' όλα αυτά, ο θαυμάσιος αυτός βιότοπος με τα τριακόσια και πλέον είδη από σπάνια και προστατευόμενα πουλιά, όπως τα Phalacrocorax, carbo, Egretta garzetta, Anser anser, Accipiter brevipes, τα παραποτάμια δάση χαρακτηριστικής βλάστησης, τα νούφαρα που επιπλέουν σε έκταση μερικών χιλιάδων στρεμμάτων, τη μεγαλύτερη σ' όλη την Ελλάδα ποικιλία ψαριών, στεφανωμένος απ' έναν καταπληκτικής ομορφιάς ορίζοντα έχει ανυπέρβλητη γοητεία. Βασικός τροφοδότης της λίμνης ο ποταμός Στρυμόνας, ενώ επικουρικά συμβάλλει και ο Κερκινίτης από τα Κρούσια. Αυτόματος σταθμός ελέγχει την παροχή του ποταμού καθώς και τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του νερού. Η τεχνητή λίμνη της Κερκίνης συνδυάζει την υψηλή οικολογική αξία και την πολλαπλή οικονομική δυναμική.

ΣΠΗΛΑΙΟ ΑΛΙΣΤΡΑΤΗΣ - ΦΑΡΑΓΓΙ ΑΓΓΙΤΗ

Ανατολικά της πόλεως των Σερρών και σε απόσταση 50 χιλιομέτρων, στην κοινότητα Αλιστράτης και στη θέση «Πετρωτό» υπάρχει ένα μοναδικό μνημείο της Φύσης, με σπουδαία σπηλαιολογική αξία και σημασία. Στα 25.000 τ.μ. της επιφάνειας του σπηλαίου που έχουν ερευνηθεί, υπάρχουν τεράστιες αίθουσες με σταλακτίτες, σταλαγμίτες και εκκεντρίτες. Το σπήλαιο προσφέρει προστασία σε χιλιάδες νυχτερίδες που φωλιάζουν εκεί ενώ έχουν καταγράψει στις στοές του μοναδικοί και πρωτόγνωροι μικροοργανισμοί, που δεν συναντώνται σε άλλα σπήλαια. Θάλαμοι εξαιρετικά μεγάλων διαστάσεων με εντυπωσιακό διάκοσμο από σταλακτίτες και σταλαγμίτες καθώς και δυο κύριες στοές με ολόλευκους σταλακτίτες συνθέτουν το εντυπωσιακό φυσικό σκηνικό του σπηλαίου της Αλιστράτης. Πιο κάτω, σε ένα φαράγγι, κυλάει ο Αγγίτης ποταμός, επιγενετικός ενός διαύλου της εποχής του Φιλίππου, που η παράδοση αναφέρει ότι κατασκευάστηκε για την αποξήρανση των τεναγών στους Φιλίππους Δράμας. Υδροχαρή δάση καλύπτουν τις κατακόρυφες βραχώδεις πλαγιές, με το ποτάμι να κυλάει ήρεμα σχηματίζοντας μαιάνδρους, άλλοτε καθαρό και άλλοτε ορμητικό όταν απελευθερώνονται από το φράγμα της Συμβολής σημαντικές ποσότητες νερού. Στα 15 περίπου χιλιόμετρα που έχει μήκος η επιγενετική κοιλάδα του ποταμού Αγγίτη υπάρχουν σπήλαια, που στο παρελθόν κατοικήθηκαν. Κατάλοιπα αυτής της εγκατάστασης ανθρώπων στην περιοχή είναι τα βραχογραφήματα που παριστάνουν πρόσωπα σε δράση καθώς και ζώα, που ζούσαν στην περιοχή. Οι παραστάσεις αυτές των βραχογραφημάτων χρονολογούνται από τον 5-6ο μ.Χ. αιώνα. Η παρεδαφιαία βλάστηση της περιοχής έχει μοναδική πολυμορφία και ποικιλότητα και θεωρείται πολύ σημαντική για τη βοτανική αξία της περιοχής.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΥ Η ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗ ΚΟΣΙΝΙΤΖΑ

Από τα σημαντικότερα μοναστηριακά κέντρα της βορείου Ελλάδος η μονή της Κοσίνιτζας η Εικοσιφοίνισσας ιδρύθηκε κατά την παράδοση το 450 με τη βοήθεια του μητροπολίτου Φιλίππων Σώζοντος (443-454) αλλά ως κύριο κτίτορα του μοναστηριού μνημονεύουν τον όσιο Γερμανό (518 μ.Χ.) ενώ ως δεύτερος κτίτορας του μνημονεύεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος (1466-1471, 1488-1490) που συνέβαλε ουσιαστικά στην αύξηση του ιερού καθιδρύματος. Το ενδιαφέρον των πατέρων της μονής για το γένος, σε συνδυασμό με τα αξιόλογα έσοδα της Μονής από δωρεές, επέτρεψαν στο μοναστήρι της Παναγίας Αχειροποιήτου να λειτουργήσει έως και το 1834 σχολή των κοινών γραμμάτων. Το 1507 το μοναστήρι καταστράφηκε από πυρκαγιά και μόνο μετά το 1770 αποκτά ξανά την πρώτη του αίγλη. Το μοναστήρι έπαιξε σημαντικό ρόλο στα προεπαναστατικά γεγονότα καθώς οι ηγούμενοι του από το 1805 έως και το 1834 ήταν βασικά στελέχη του απελευθερωτικού αγώνα. Στο μοναστήρι αυτό όρκισε τους άνδρες του ο Εμμανουήλ Παπάς ενώ σε αυτό εφησύχασε ο οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε'. Στο μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας τάφηκε το 1487, η Καντακουζηνή το γένος, Μάρα, κόρη του δεσπότη των Σέρβων Γεωργίου Μπράνκοβιτς και σύζυγος του Μουράτ Β'. Το 1917 η πλουσιότατη βιβλιοθήκη του μοναστηριού κλάπηκε από τους Βουλγάρους ενώ το ιερό καθίδρυμα πυρπολήθηκε. Σήμερα σώζονται τμήματα μαρμάρινου τέμπλου, το ξυλόγλυπτο τέμπλο που έγινε το 1781-1803 από τεχνίτες της Χίου καθώς και το καθολικό της μονής που ολοκληρώθηκε το 1847 και είναι επέκταση του αρχαίου ναού, έργο του 1387. Το μοναστήρι βρίσκεται στις βορειοανατολικές πλαγιές του Παγγαίου όρους και δεξιά από το δρόμο που οδηγεί από τις Σέρρες στην πόλη της Καβάλας.

ΑΜΦΙΠΟΛΗ

Στη θέση των Εννέα Οδών, σε τόπο κατά το Θουκυδίδη περίβλεπτο από στεριά και θάλασσα, ιδρύθηκε το 437/6 π.Χ. από Αθηναίους αποίκους, υπό τον Άγνωνα, η Αμφίπολη. Η πόλη ελέγχοντας την είσοδο στη δασώδη περιοχή της ενδοχώρας και τα μεταλλεία χρυσού στο Παγγαίο αναπτύχθηκε σημαντικά και έγινε το κύριο εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με ιδιαίτερη πολιτική σημασία για τους Αθηναίους με τους οποίους, οι Αμφιπολίτες, δεν είχαν άριστες σχέσεις. Μπροστά στα τείχη της κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου έχασαν τη ζωή τους (422 π.Χ.) οι αντίπαλοι στρατηγοί των Αθηναίων και των Σπαρτιατών Κλέων και Βρασίδας. Η πόλη προστατευόταν από εντυπωσιακά τείχη συνολικού μήκους 7,5 χιλ. ενώ η ακρόπολη της είχε ένα μικρότερης περιμέτρου τείχος 2,2 χιλιομέτρων. Το 359 π.Χ. υποτάχθηκε στους Μακεδόνες ενώ τον 1ο π.Χ. αιώνα καταστράφηκε από τους Θράκες. Η Αμφίπολη, κατά τη διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων, ήταν ένας μείζονος σημασίας εμπορικός κόμβος. Την πόλη επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος (Πράξεις 17.1) ενώ ήταν έδρα επισκοπής που υπαγόταν στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης.

Οι Σλαβικές επιδρομές κατέστρεψαν το εμπόριο της και διασκόρπισαν τους κατοίκους της. Στη θέση της κάποτε ακμαίας πόλεως αναπτύχθηκε, στα Βυζαντινά χρόνια, ένας οικισμός που ονομαζόταν Μαρμάριο, ενώ μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους το 1382-83 στη θέση του βυζαντινού Μαρμαρίου αναφέρεται από τις ιστορικές πηγές το χωριό Γενί Κιόϊ (Νεοχώρι). Ο επισκέπτης του αρχαιολογικού χώρου της Αμφιπόλεως σήμερα μπορεί να δει τα ερείπια από τέσσερις Βασιλικές, το δάπεδο των οποίων είναι διακοσμημένο πλούσια με μάρμαρο και σπουδαίας τέχνης ψηφιδωτά και μαζί με τα απομεινάρια ενός περίκεντρου ναού του 6ου μ.Χ. αιώνα που είναι και το σημαντικότερο μνημείο του χώρου, μαρτυρούν την ακμή της πόλεως κατά τη διάρκεια των Χριστιανικών χρόνων ενώ τη δόξα των χρόνων της διοικητικής αυτονομίας της Αμφιπόλεως διηγούνται τα ιερά του Άττι και της νύμφης Κλειούς. Από την ακρόπολη της Αμφιπόλεως ο επισκέπτης βλέπει τα ερείπια δύο πύργων που χρησίμευαν ως αποθηκευτικοί χώροι γεωργικών προϊόντων. Ο κοντύτερα προς την Αμφίπολη πύργος, που ελέγχει και την αρχαία γέφυρα του ποταμού Στρυμόνα είναι κτίσμα των κτητόρων της ιεράς Μονής του Παντοκράτορος του Αγίου Όρους Αλεξίου και Ιωάννου (1367).

Σε πολύ μικρή απόσταση από την Αμφίπολη υπάρχει ένα μεγάλων διαστάσεων μαρμάρινο λιοντάρι. Το ύψους 5,37 μέτρων γλυπτό, υποστηρίζουν οι ερευνητές, πως είναι έργο του 4ου π.Χ. αιώνος και είναι μνημείο του ναυάρχου του Μεγάλου Αλεξάνδρου Λαομέδοντα που καταγόταν από την Αμφίπολη. Το αρχαιολογικό μουσείο της Αμφιπόλεως φιλοξενεί επιγραφές και νομίσματα καθώς και σπάνια ευρήματα του συνόλου της ιστορικής παρουσίας της πόλεως.

ΕΚΒΟΛΕΣ ΠΟΤΑΜΟΥ ΣΤΡΥΜΟΝΑ

Περιοχή με λιμνοθάλασσες από αλμυρό νερό και έλη, που σχηματίζεται γύρα από τις εκβολές του Στρυμόνα και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ποικιλία των οικοσυστημάτων που τη συγκροτούν. Τα οικοσυστήματα των εκβολών παραμένουν ακόμη άθικτα. Ο ποταμός αποτελεί καταφύγιο για πολλά είδη ψαριών και οι εκβολές θεωρούνται σημαντική περιοχή για την αναπαραγωγή και διαχείμαση μεγάλου αριθμού πτηνών όπως ο Ciconia ciconia (Λευκοπελαργός), ο Himantopus himantopus (Καλαμοκανάς) και ο Haliaeetus albicilla (Θαλασσαετός).