ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως  Σερρών και Νιγρίτης είναι έργο αγάπης της καλλιτεχνικής έκφρασης του παρελθόντος και της ζώσης θρησκευτικότητας του λαού μας.

Αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες μουσειακές συλλογές των Σερρών με μοντέρνα αντίληψη στη διάταξη του εσωτερικού χώρου, σεβασμό στη μοναδικότητα κάθε εκθέματος, άνεση χώρου, φαντασία στην εκμετάλλευση του χώρου και στην τοποθέτηση των εκθεμάτων που συγκροτημένα σε μικρά σύνολα μέσα στις τρεις ευρύχωρες και άνετες αίθουσες του συναποτελούν ολοκληρωμένη ενότητα. Η οργανική και συνάμα λειτουργική ενότητα του Εκκλησιαστικού Μουσείου και του παρεκκλησίου του Αγίου Νικήτα, του εν Σέρραις αθλήσαντος, αίρει κάθε αντίρρηση πως τα ιερά εκθέματα έχουν θέση μόνο στους ναούς, καθώς ο εναρμονισμένος με την ιερότητα των εκθεμάτων χώρος γίνεται ταυτόχρονα χώρος μουσειακός και χώρος λατρείας.

 

Η Θεοτόκος η Οδηγήτρια. Δεύτερο μισό του 15ου αρχές 16ου αιώνα

Το σύνολο των εκθεμάτων προέρχεται από τις ενορίες της Μητροπόλεως Σερρών και από δωρεές ιδιωτών, κυρίως όμως από δωρεές του δημιουργού του Μουσείου Μητροπολίτη Σερρών και Νιγρίτης κ.κ. Μαξίμου. Τα εκθέματα είναι ταξινομημένα σε τέσσερις κατηγορίες: εικόνες, ξυλόγλυπτα και τεμάχια τέμπλων, μεταλλικά και χρυσοκέντητα. Τα πολυαριθμότερα εκθέματα είναι οι εικόνες, 130 στον αριθμό, και ακολουθούν κατά σειρά πλήθους τα μεταλλικά, τα ξυλόγλυπτα και τέλος τα χρυσοκέντητα.

’ξια προσοχής ( δεύτερη αίθουσα ) είναι δύο Ευαγγέλια, το ένα με χρονολογία 1614, τυπωμένο στη Βενετία, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, 'Ένετίησι, παρά Αντωνίω του Πινέλου αχιδ", με κάποιες χειρόγραφες προσθήκες χωρίς σημασία, εξώφυλλα ξύλινα, τα οποία, μετά από προεργασία, κοσμούν θαυμάσιες παραστάσεις της Σταύρωσης και της Ανάστασης. Το δεύτερο Ευαγγέλιο με βελούδινη και μεταλλική επένδυση των εξώφυλλων έχει χρονολογία 1861 και τυπώθηκε στην Πετρούπολη στο τυπογραφείο της "Αγιωτάτης Συνόδου" της Ρωσικής Εκκλησίας. Το κείμενο είναι τυπωμένο, ανά μισή σελίδα κάθετα, στα ρωσικά και ελληνικά.

Στη δεύτερη αίθουσα υπάρχει μια μικρή συλλογή από Αντιμήνσια με εικονογραφική ποικιλία αξιόλογη. Δύο αξίζει να προσεχθούν. Το ένα με χρονολογία 1841 καθαγιάστηκε από το Μητροπολίτη Σερρών Αθανάσιο και το άλλο με χρονολογία 1653 (έχει και χρονολογία από κτίσεως κόσμου 7161) από τον Επίσκοπο Πλαταμώνος Γρηγόριο σύμφωνα με την επιγραφή.

Τα μεταλλικά είναι κυρίως ιερά σκεύη: δισκοπότηρα, αστερίσκοι, λαβίδες, δίσκοι αντίδωρου. Τα πρώτα, κατασκευασμένα σε ρωσικά εργαστήρια, όπως εύγλωττα μαρτυρούν τα διακοσμητικά μοτίβα και οι σφραγίδες προέλευσης και γνησιότητας τους και κυρίως οι σχετικές επιγραφές σε γλώσσα ρωσική, αποκαλύπτουν τα κυριότερα εργαστηριακά κέντρα κατασκευής των ιερών σκευών και τους εμπορικούς δρόμους και δεσμούς στα τέλη του 18ου και έως και τα μέσα του 19ου αιώνα του υπόδουλου Ελληνισμού με το ομόδοξο Ρωσικό έθνος (αίθουσα Β').

Το ενδιαφέρον για τα χρυσοκέντητα επικεντρώνεται κυρίως σε ορισμένα επιγονάτια και επιμάνικα με την ποικιλία των παραστάσεων και των διακοσμητικών μοτίβων, που συ­νεχίζουν την κάποτε ακμάζουσα Βυζαντινή χρυσοκεντητική. Αξιολογότερα θεωρούνται δύο ζεύγη επιμανικίων, με την παράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το πρώτο χρονολογείται στα 1706 και το άλλο στον 18ο αιώνα. Αξιόλογο ακόμη δείγμα χρυσοκεντητικής για την προσαρμογή της εικονογραφίας, την αξιόλογη διακόσμηση και τις συμφωνικές χρωματικές αρμονίες, θεωρείται το επιγονάτιο του 18ου αιώνα, που παριστάνει τον Κύριο επί τα Χερουβείμ (αίθουσα Γ').

Η εικονογραφία αποτελεί την κατ' εξοχήν έκφραση της εκκλησιαστικής τέχνης με την αυθύπαρκτη οντότητα της. Αυτή η ανεξαρτησία της ορθόδοξης θρησκευτικής ζωγραφικής της προσέδωσε και ποικιλία θεματική και πολλαπλότητα έκφρασης.

Ορισμένες από τις εικόνες του Μουσείου εμφανώς συνεχίζουν τη Βυζαντινή θρησκευτική ζωγραφική των ύστερων χρόνων της παλαιολόγειας εποχής, καθώς κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται από εργαστήρια εκτός του Ελλαδικού χώρου. Οι περισσότερες όμως εικόνες του Μουσείου, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές που φέρουν, είναι παραγγελίες σε τοπικά εργαστήρια κατά την ύστερη Οθωμανική περίοδο και συντηρούν τη μεγάλη βυζαντινή παράδοση έξω από τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της Θεσσαλονίκης, του Αγίου Όρους, των Μετεώρων, της Κρήτης και της Κωνσταντινούπολης.

Οι εικόνες αυτές με έντονα τα στοιχεία της λαϊκής εμπνεύσεως αποτελούν αξιόλογα δείγματα της καλλιέργειας της ορθόδοξης εικονογραφίας στα μεταβυζαντινά χρόνια σε τοπικά πλαίσια - έστω και αν ορισμένες δείχνουν αδεξιότητα - και αποδεικνύουν τη βαθιά θρησκευτικότητα του ελληνικού λαού στους δύσκολους χρόνους της δουλείας. ’ξιες προσοχής είναι οι εικόνες που κοσμούσαν κάποτε τον παλιό Μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεοδώρων (Χριστός ο Σωτήρ, Θεοτόκος η Οδηγήτρια), που είναι από τα αρχαιότερα των εκθεμάτων (αίθουσα Γ'), καθώς και οι προερχόμενες από το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, στον ’γιο Γεώργιο τον Κρυονερίτη, του 17ου αι. (Χριστός ο Σωτήρ, Θεοτόκος η Παντάνασσα), που είναι λαμπρά δείγματα της κρητικής σχολής (αίθουσα Β').

 

Βημόθυρο τέμπλου, 18ος αιώνας. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου,προφήτες, άγιοι.

Αξίζει για τον τοπικό της χαρακτήρα και τη λαϊκή της έκφραση και έμπνευση να προσεχθεί ιδιαίτερα η εικόνα της Παναγίας της Αρμενοκρατούσας, έργο του 1854, καθώς και η κάτω από αυτήν αποκαλυφθείσα θαυμάσια εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, έργο του τέλους του 14ου αι., υψηλής τέχνης, που εκφράζει την παλαιολόγεια σχολή (αίθουσα Β'). Από τα ξυλόγλυπτα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τα βημόθυρα τέμπλου, με θαυμάσια παράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που προέρχονται από τον ’γιο Γεώργιο Νιγρίτης και χρονολογούνται στον 18ο αιώνα (αίθουσα Α)

Το Μουσείο δημιουργήθηκε το Φεβρουάριο του 1988. Είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος των κατοίκων, των μαθητών και των επισκεπτών της πόλης. Λεπτομερείς περιγραφές των εκθεμάτων μπορεί να βρει ο επισκέπτης στον οδηγό του Μουσείου που έχει εκδώσει η Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.

 

Αθανάσιος   Κανλής