ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Η σημαντικότερη στην ευρύτερη περιοχή της Βορείου Ελλάδος, εκτός της κοινότητας των εις το ’γιο Όρος ευρισκομένων μοναστηριακών συγκροτημάτων, Βασιλική και Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου του Μενοικέως βρίσκεται κτισμένη βορειοανατολικά της πόλεως των Σερρών και σε απόσταση 12 χιλιομέτρων απ' αυτήν.

Το κτιριακό συγκρότημα της Ιεράς Μονής είναι οικοδομημένο σε τόπο, που επιτήδεια έχει επιλεγεί ως "κατοικητήριον ανδρών... πολιτείαν αρίστην και αρετήν μετιόντων...".

Κτίτορας της μονής είναι ο Αγιορείτης μοναχός και μετέπειτα επίσκοπος Εζεβών Ιωαννίκιος, που γεν­νήθηκε στις Σέρρες περί το 1225.

Νεαρός έγινε μοναχός στον ’θωνα, αλλά γεγονότα έκτακτα και σημαντικά ανάγκασαν τον ιερομόναχο Ιωαννίκιο το 1260 να επιστρέψει στην γενέθλια πόλη για να εκπαιδεύσει ως κηδεμόνας τον ανήλικο ανεψιό του.

Έχοντας μαζί του τον πολύ μικρό σε ηλικία ανεψιό του, ζήτησε καταφύγιο στους τραχείς του Μενοικίου όρους τόπους για τη συνέχιση της ισαγγέλου πολιτείας. Εν τέλει και αφού ανέπτυξε πνευματικά και στερέωσε σε χώρο που βρίσκεται ανατολικά της Ιεράς Μονής του Προδρόμου, στο σημερινό χωριό Χιονοχώρι, ένα μικρό μοναστήρι, που τιμούσε τη μνήμη των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού έδωσε πνοή και καλλώπισε με προσωπικό κόπο, στον τόπο που σήμερα είναι κτισμένο το Μοναστήρι, ένα μικρό και πεπαλαιωμένο εκκλησάκι αναδεικνύοντας το σε κατοικητήριο ανδρών, που κάθε μέρα με ταπείνωση και μετριοφροσύνη αγωνιζόταν για να πετύχουν την ενάρετη ζωή.

Ο μικρός του ανεψιός Ιωακείμ ανατράφηκε με επιμέλεια από τον ίδιο και διέπρεψε τόσο στη σπουδή των γραμμάτων όσο και στη βίωση της μοναχικής παιδείας. Παρά τις επιφυλάξεις του πνευματικού του πατρός Ιωαννικίου, ο Ιωακείμ εξελέγη επίσκοπος Ζιχνών, θέση που αποδέχθηκε, όταν βεβαίωσε το θείο του πως δε θα λησμονήσει τη μονή της μετανοίας του.

 

Λεπτομέρεια από του Αγίους τεσσαράκοντα μάρτυρες

Μετά τη χειροτονία του Ιωακείμ το 1288 σε επίσκοπο Ζιχνών, ο κτίτορας της Ιεράς Μονής του Προδρόμου εκλέχθηκε το 1290 επίσκοπος της υποκείμενης στη Μητρόπολη Σερρών επισκοπής Εζεβών την οποία ποίμανε για βραχύ χρονικό διάστημα. Επέστρεψε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου όπου και το 1300 απεβίωσε σε ηλικία 75 χρονών. Ο τάφος του βρίσκεται στα αριστερά του Μεσονυκτικού όπου και η επιτάφεια επιγραψή "Τάφος του οσίου πατρός ημών Ιωαννικίου Επισκόπου Εζεβών και πρώτου Καθιδρυτού της Ι(εράς) ταύτης Μονής: θείου δε του μετά ταύτα κτήτορος αυτής και Μητροπολίτου Ζιχνών Αγίου Ιωάννου. Εγένετο δε η ανακομηδή των λειψάνων αυτού κατά το 1854, ότε και η του Γεναδίου Πατριάρχου και η του Α.Ι. {Αγίου Ιωάννου} του κτήτορος".

Ο επίσκοπος Ζιχνών Ιωακείμ μετά το θάνατο του θείου του ανέλαβε το έργο της αυξήσεως και προστασίας του ιερού καθιδρύματος. Με φροντίδα του επισκόπου Ζιχνών Ιωακείμ κτίσθηκε και αγιογραφήθηκε το καθολικό της μονής, ενώ το κτιριακό της συγκρότημα αυξήθηκε στις διαστάσεις που σήμερα έχει.

 

Γενική άποψη του εσωτερικού του καθολικού

Αυτοκράτορες και Βασιλείς με χρυσόβουλλα δώρισαν στη Μονή μεγάλες εκτάσεις γης ενώ πρόσφεραν την άμεση οικονομική τους υποστήριξη για αύξηση και καλλωπισμό του όλου μοναστηριακού συγκροτήματος.

Το 1328 η επισκοπή Ζιχνών προβιβάσθηκε σε μητρόπολη. Ο μητροπολίτης Ζιχνών Ιωακείμ με το κύρος της νέας του θέσης φροντίζει συντάσσοντας το 1324 το Τυπικό της Ιεράς Μονής του Προδρόμον για την εξασφάλιση των δικαίων της και την εύρυθμη και κατά Χριστό λειτουργία της. Λίγο πριν το τέλος του παραιτήθηκε από το μητροπολιτικό θρόνο Ζιχνών και επέστρεψε στη μητέρα Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου στην οποία έγινε μοναχός παίρνοντας το όνομα Ιωάννης.

 

Το ξυλοσήμαντρο.

Για το πρακτικό αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος του προς την Ιερά Μονή του Μενοικέως ο επίσκοπος Ζιχνών Ιωακείμ ονομάσθηκε δεύτερος κτήτωρ. Κοιμήθηκε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις 12 Δεκεμβρίου του 1333.

Η Ιερά Μονή του Προδρόμου κατά τον 14ο αιώνα είχε για έφορο της τη Σιμωνίδα, κόρη του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικου Παλαιολόγου του πρεσβυτέρου και σύζυγο του Κράλη της Σερβίας Uros Β' Milutin. Την προστασία και συνδρομή τους προς το μοναστήρι του Μενοικέως πρόσφεραν και οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου, Ανδρόνικος Β' και Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος ενώ ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός καθώς και ο Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Ντουσάν πρόσφεραν απλόχερα πολιτική προστασία και οικονομική ενίσχυση.

Το "Μαργαρίτ" μοναστήρι όπως το αποκαλούσαν οι Τούρκοι εξ αιτίας του Ιωάννου Μαργαρίτου, που ως πρέσβης των μοναχών επισκέφθηκε το Σουλτάνο Οσμάν ζητώντας του την παροχή προστασίας προς τη Μονή, δοκιμάσθηκε σκληρά στο πέρασμα του χρόνου. Καταστράφηκε από Καταλανούς μισθοφόρους και Τούρκους και εγκαταλείφθηκε για μικρά χρονικά διαστήματα από τους πατέρες λόγω ανυπέρβλητων δυσκολιών.

Τον ιερό αυτό τόπο επέλεξε, ο πρώτος μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος για να εφησυχάσει. Εδώ έγραψε τα σπουδαιότερά του θεολογικά έργα και πέθανε μετά το 1472. Τάφηκε, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος στο μοναστήρι του Προδρόμου. Μετά την ανακομιδή των λειψάνων του, που έγινε το 1854, ο τάφος του υπάρχει στα δεξιά του Μεσονυκτικού.

Το 1571 οι Τούρκοι, παρά την προστασία των σουλτανικών εγγράφων, ερήμωσαν τη Μονή. Το 1650 και το 1729 το μοναστήρι, εξ αιτίας ανυπέρβλητων δυσκολιών, εγκαταλείπεται από τους πατέρες. Το 1764 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί τη Μονή του Προδρόμου στον Πατριάρχη Σεραφείμ Β' ως ησυχαστήριο του.

Η συμμετοχή των πατέρων της Μονής στο επαναστατικό κίνημα του 1821 ήταν σημαντική. Οι νεότεροι πατέρες πολέμησαν μαζί με τον Εμμανουήλ Παπά ενώ το μοναστήρι βοήθησε υλικά τον αγώνα.

 
 

Κέντρο πνευματικό και φάρος εθνικού προσανατολισμού ήταν το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου για τους Σερραίους. Με πρωτοβουλία και ευθύνη του μοναστηριού λειτουργούσε, σε ιδιαίτερα διαμορ­φωμένο χώρο μέσα στο κτιριακό της συγκρότημα, Ελληνικό Σχολείο το οποίο στερέωνε την Εθνική Συνείδηση των νέων στην περιοχή των Σερρών τα δύσκολα χρόνια της Τουρκικής σκλαβιάς και του Μακεδονικού αγώνα.

Τον Ιούλιο του 1917 το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου παθαίνει τη χειρότερή του καταστροφή. Στις 27 Ιουλίου του 1917 οι Βούλγαροι εξορίζουν τους τριάντα πατέρες της Μονής και στις 29 του ιδίου μήνα αφαιρούν από τη βιβλιοθήκη της τριακόσιους δώδεκα τόμους περγαμηνών και χαρτόων χειρογράφων καθώς και όλα τα ανεκτίμητα κειμήλια της.

Σήμερα ένας μεγάλος αριθμός από το σύνολο των αφαιρεθέντων χειρογράφων και χιλίων πεντακοσίων εντύπων βιβλίων έχουν εντοπιστεί στη Βουλγαρία και κρατούνται παράνομα στο ίδρυμα Ivan Dujcev.

Η επιστροφή των πατέρων στη Μονή μετά τον εκτοπισμό τους το 1917 έδωσε ζωή στο ιερό καθίδρυμα, την οποία και πάλι οι Βούλγαροι το 1941 αφαίρεσαν με την αρ­παγή της περιουσίας του. Το μοναστήρι έκτοτε βρισκόταν σε μια φθίνουσα πορεία.

Το 1986 το «...αμεταποίητον... άχρι της του παντός αιώνος συντελείας. ..» όπως όριζε στο τυπικό του μοναστηριού ο Μητροπολίτης Ζιχνών Ιωακείμ, παρακάμπτεται, χάρη της προλήψεως των χειρότερων από τη φθίνουσα κατάσταση του.

Μια μικρή συνοδεία μοναστριών, από τη μονή της Παναγίας Οδηγήτριας του Πηλίου εγκαθίσταται στο επί εξακόσια χρόνια «κατοικητήριο ανδρών κοπιώντων και αγωνιζομένων κατά δύναμιν προς το τυχείν των εν επαγγελίαις αγαθών...».

Σήμερα στο μοναστήρι, πέρα από το καθαυτό εντυπωσιακό κτιριακό συγκρότημα, που στη δυτική του πλευρά έχει τον επιβλητικό και γωνιαίο, από την εποχή των Παλαιολόγων, πύργο τον με το παρεκκλήσι τον Ευαγγελισμού στη βάση του και τις αγιογραφίες τον, που έχουν ως θέμα τους τον Ακάθιστο Ύμνο (1877), στη νότια πτέρυγα του μοναστηριακού συγκροτήματος υπάρχει το αρχονταρίκι, με ζωγραφιές του Σερραίου ζωγράφου Νεδέλκου (1795) ενώ προς το Βορά υπάρχουν τα διάφορα εργαστήρια και η Φιάλη, που δεσπόζει στο μέσον της αυλής. Η Φιάλη, είναι ένα κομψό πολυγωνικό αρχιτεκτόνημα κατασκευασμένο το 1854 και χρησιμεύει για τον αγιασμό των υδάτων στη γιορτή των Θεοφανείων. Στο κέντρο του όλου κτιριακού συγκροτήματος, βρίσκεται το καθολικό του.

 

’ποψη του μοναστηριού

Το καθολικό είναι κτίσμα του πρώτου τετάρτου του 14ου αιώνος. Το αρχιτεκτονικό του σχήμα είναι βασιλική μονόκλιτη με τρούλλο και δύο νάρθηκες. Το κτίσμα στην αρχική του μορφή είχε ένα νάρθηκα και περιβαλλόταν από στοά σε σχήμα Π. Ο πρώτος νάρθηκας, καθώς μπαίνει ο προσκυνητής από δυτικά στο καθολικό, ήταν αρχικά μέρος της περιβάλλουσας τον κυρίως ναό στοάς. Αυτός ο "εξωνάρθηκας" ή όπως ονομάζεται από τους μοναχούς Ενάτη είναι κοσμημένος με τοιχογραφίες. Οι αρχαιότερες από αυτές, όπως είναι ο Ιησούς με τον κτίτορα και οι Τεσσαράκοντα μάρτυρες είναι μέρος από την αρχική διακόσμηση του μνημείου, που έγινε το 1319 και η τεχνοτροπία τους σχετίζεται με την ελληνιστική παράδοση της Κωνσταντινουπόλεως. Μια δεύτερη ομάδα τοιχογραφιών, που υπάρχουν στην Ενάτη, όπως είναι ο Ιησούς Χριστός ο Αντιφωνητής, ο ’γιος Νικόλαος, η Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα η Κεχαριτομένη, ακολουθούν την τέχνη των χρόνων των Παλαιολόγων και είναι έργα, που κόσμησαν το νάρθηκα πριν την κατάληψη των Σερρών το 1345 από τους Σέρβους. Ο προσκυνητής, στο χώρο της Ενάτης μπορεί να δει δύο εκτεταμένες συνθέσεις όπου αναπαριστώνται, ο κύκλος ζωής του Προδρόμου και τα θαύματα του Χριστού. Τα έργα αυτά τοιχογραφήθηκαν περί το 1345. Στο δεύτερο νάρθηκα "εσωνάρθηκα" ή "Μεσονυκτικό" υπάρχουν οι τάφοι του κτίτορα Επισκόπου Εζεβών Ιωαννίκιου και του κτίτορα Μητροπολίτου Ζιχνών Ιωάννη καθώς και του Πατριάρχη Γεννάδιου του Α'. Στον κυρίως ναό η επιζωγράφιση, που πραγματοποιήθηκε το 1803 κάλυψε τελείως τις παλαιές τοιχογραφίες.

’ξια προσοχής, εντός του μοναστηριακού συγκροτήματος είναι και τα παρεκκλήσια, του Αγίου Σπυρίδωνος με τοιχογραφίες λαϊκής τέχνης του 1761, του Αγίου Ιωάννου του κτίτορος με υπολείμματα τοιχογραφιών του 1535, το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών με τοιχογραφίες του 1634 καθώς και το πάνω από τον εξωνάρθηκα παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου όπου και ο τάφος της αδελφής του Ιωάννη Ούγκλεση (1365-1371) Ελένης και των δύο κοριτσιών της. Στο παρεκκλήσι αυτό η πρόσβαση γίνεται από το εσωτερικό του κωδωνοστασίου, που είναι κτίσμα του 1849. Στο εσωτερικό του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου σώζονται τοιχογραφίες από τον αρχικό διάκοσμο του (1358-1364). Εξαιρετικής τέχνης είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, που είναι έργο του 1804, τα βημόθυρα της ωραίας πύλης, που κατασκευάσθηκαν το 1555 καθώς και οι φορητές εικόνες του Χριστού Παντοκράτορας και της Θεοτόκου Οδηγήτριας έργα του 14ου αιώνα.

Στα ιερά λείψανα του μοναστηριού υπάρχουν, η κάρα του Αγίου Ιωάννου του κτίτορος και βέβαια το ιερό λείψανο του Οικουμενικού Πατριάρχου Γεννάδιου του Σχολάριου, η μνήμη του οποίου εορτάζεται στις 25 Αυγούστου.

Χαράλαμπος  Βουρουτζίδης