Κωνσταντίνου Γρηγόριος ή Ρακιτζής

 

Ο μεγαλύτερος ευεργέτης της πόλης των Σερρών, στην οποία και γεννήθηκε. Φημίζονταν για την ανθρωπιά, τιμιότητα, μετριοφροσύνη και φιλοπατρία του. Έχοντας γονείς ενάρετους μα φτωχούς, αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο και να δουλέψει από μικρός εργάτης σε αρτοποιείο. Δουλεύοντας σκληρά και κάνοντας μεγάλες οικονομίες, κατόρθωσε να εξοφλήσει πρώτα τα χρέη του πατέρα του και να γίνει κύριος ενός μικρού ποτοποιείου, που σύντομα, με τη μυστική χρησιμοποίηση για πρώτη φορά στις Σέρρες του ανετόλ, αναδείχτηκε σε μια από τις πιο σημαντικές επιχειρήσεις στα Βαλκάνια.
Προικισμένος με πνεύμα πρακτικό και εμπορικό, άπλωσε τις εργασίες του απ' τις Σέρρες, μεγάλο κέντρο συναλλακτικό της εποχής εκείνης, και στο εμπόριο του γλυκάνισου, του βαμβακιού, του καπνού και άλλων προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό και τη γνωστή σε όλους τιμιότητα του, συγκέντρωσε τεράστια περιουσία, που τη διέθεσε ολόκληρη για να ωφελήσει την πατρίδα και το έθνος. Παρ' όλο που οι συνθήκες της ζωής τού στέρησαν τη μόρφωση, αντιλαμβάνεται την ανυπολόγιστη σημασία της για τα δουλωμένα Ελληνόπαιδα και βάζει μοναδικό σκοπό την ενίσχυση της παιδείας, για την εθνική διάπλαση τους.
Έτσι, ζώντας ο ίδιος λιτά και ασκητικά, δαπανά 10.000 χρυσές λίρες για το κτίριο του Κεντρικού Παρθεναγωγείου των Σερρών (1891-1893), που αποκλήθηκε απ' το όνομα του «Γρηγοριάς». Επιστατεί επίσης στην ανέγερση του Δουμπείου Νηπιαγωγείου, για το οποίο πολλά και ο ίδιος διέθεσε, του Ορφανοτροφείου, καθώς και στην ανακαίνιση των ναών Αγίου Νικολάου και Μεγάλων Ταξιαρχών. Ακολούθησαν πολλές άλλες ευεργεσίες, όπως το κτίσιμο αποθηκών καπνού, όπου βρήκαν δουλειά πολλοί Σερραίοι, και τέλος η κληροδοσία ολόκληρης της υπόλοιπης κινητής και ακίνητης περιουσίας του στα εκπαιδευτήρια των Σερρών, που είχαν απ' αυτή ετήσιο πρόσοδο 600 λίρες τουρκικές..
Δεν αρκείτε όμως μονάχα σ' αυτά. Με διάφορες ενέργειες, ταξίδια, επιστολές κλπ. προσπαθεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον και των άλλων πλούσιων ομογενών, γύρω απ' τις ανάγκες των σερραϊκών εκπαιδευτηρίων. Για την πολύμορφη αυτή δραστηριότητα ευτύχησε να ονομαστεί, όσο ακόμα ζούσε, μέγας ευεργέτης απ' τους συμπατριώτες του, το δε Ελληνικό Κράτος τον τίμησε με ανώτατο παράσημο. Πέθανε στην Πάτρα και θάφτηκε στις Σέρρες με δαπάνη κοινοτική και ηγεμονικές τιμές. Την κηδεία του ακολούθησαν όλοι οι Σερραίοι, κλείνοντας τα καταστήματα και φορώντας μαύρα περιβραχιόνια.
Σήμερα ένας ταπεινός, μα όμορφος όπως ή ψυχή του, δρόμος των Σερρών, πού φέρνει το όνομα του, μνημονεύει την ευγνωμοσύνη των Σερραίων για τα εξαίρετα και πολλά ευεργετήματα του.