Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΡΓΚΑΓΙΑ ΤΟΥ 1849

 

Προλεγόμενα

Τούτο το μελέτημα πρωτοπαρουσιάστηκε στα Σερραϊκά Γράμματα του μακαρίτη Νίκου Βουζούκα, στο τεύχος 53-54 της χρονιάς 1962. Από κακό δέσιμο των τευχών, σε άλλα περιλήφθηκε και σε άλλα όχι. Αλλά αυτός δεν είναι ο λόγος της αναδημοσίευσης του εδώ. Το πέρασμα τριάντα χρόνων από τότε έφερε στο φως σημαντικά στοιχεία που συμπληρώνουν εκείνο το πρώτο σχεδίασμα.

Το κυριότερο απ' αυτά είναι η ανεύρεση του χάρτη της πυρίκαυστης ζώνης των Σερρών, σε κλίμακα 1/500 απ' όπου τεκμαίρεται με ακρίβεια η θέση των εκκλησιών στα διάφορα σημεία της πόλης1. Από τη θέση τους και τα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου τα οποία έχουμε γι' αυτές που κάηκαν (οδοί, οικόπεδα, πλατείες κ.λπ.) μπορεί με σχετική προσέγγιση να καθορισθεί ο χώρος όπου στα 1849 «κάλπασε το κόκκινο άλογο», όπως συνήθιζαν να αποκαλούν παλιοί Σερραίοι τις πυρκαγιές (σχ. 2).

Στην πρώτη έκδοση είχαμε περιορισθεί στην παρουσίαση της αγοράς, με σχέδιο που βρήκαμε τότε στην Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) και στο οποίο φαινόταν η κατάσταση της, στις αρχές του 20ου αιώνα, δηλαδή μέχρι την πυρπόληση της πόλης από τους Βουλγάρους στα 1913.

Με βεβαιότητα μπορούμε να επαναλάβουμε, όπως επισημάναμε και στη πρώτη έκδοση, πως η κατάσταση αυτή αναπαράχθηκε στη μορφή που ήταν και πριν από την πυρκαγιά του 1849.

Τον χάρτη αυτό της αγοράς τον εμπλουτίσαμε με τρεις φωτογραφίες που βρέθηκαν στο μεταξύ και αποδίδουν και οπτικά ό,τι χάθηκε τότε. Σ' αυτόν σημειώσαμε με αρκετή ακρίβεια τις θέσεις απ' όπου τραβήχτηκαν οι τρεις φωτογραφίες (πίν. Ι, 1, 2 και πίν. II, 1).

Όπως αποκαλύφθηκε από τη μια απ' αυτές, μέσα στην αγορά, εκτός απ' το ιστορικό επιβλητικό «Εσκί Τζαμί»2, υπήρχε κι ένα μικρότερο, που εντοπίσαμε, ύστερα από έρευνα, στο Κτηματολόγιο της πυρίκαυστης ζώνης, (Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών στη Νομαρχία Σερρών). Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει το όνομα του μικρού αυτού τζαμιού, που είναι «Αραπισιλάρ (;) τζαμισί»3.

Θα πρέπει να σημειώσουμε σήμερα πως και ο Πέτρος Πέννας στο μελέτημα του «Το Χρονικό της φωτιάς», που αναφερόταν κυρίως στην πυρπόληση των Σερρών του 1913, δίνει μεγάλη έκταση στην εισαγωγή του για τις πυρκαγιές των Σερρών και για την μεγάλη αυτή του 18494, πράγμα που το αγνοούσαμε τότε.

Η εισαγωγή αυτή, όπως και η δική μας, στηρίχθηκε στις τότε γνωστές πηγές: στον Παπασυναδινό για τις πυρκαγιές του 1630 και 1638-39 και σε μια χρονική σημείωση σε χειρόγραφο του Μοναστηριού μας, που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, για την τρίτη  γνωστή πυρκαγιά των Σερρών στα 17145. Μοναστηριακά επίσης σχετικά έγγραφα και σημειώσεις δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Μια σημαντική είδηση για πυρκαγιά στις Σέρρες πριν από το 1849, αυτή του 1763, που προστίθεται στις τρεις προηγούμενες, οφείλεται στην έρευνα του φίλου πανεπιστημιακού, συνεργάτη του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Α.Π.Θ., κ. Τάσου Καραντασταση, σε χειρόγραφο της μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Για την ευγενική παραχώρηση του στοιχείου αυτού για τούτη την έκδοση, και για άλλες σημαντικές υποδείξεις του, όπως το σύγγραμμα του Ekkrem Haqkki Ayverdi6, καθώς και για τις δυο φωτογραφίες (πίν. Ι, 1 και 2) θερμά τον ευχαριστούμε απ' αυτή τη θέση.

Πρέπει να ευχαριστήσουμε επίσης και τον Αντιδήμαρχο για τα πολιτιστικά, κ. Μάρκο Ηλ. Μπόλαρη, για την παραχώρηση απ' το αρχείο του τού εγγράφου των Κοινών Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων του 1885, που απευθύνεται στη μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους (πίν. ΙΙ, 2). Το έγγραφο αυτό, που έχει τη θέση του και στην ιστορία των Σερραϊκών εκπαιδευτηρίων στις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας, το καταχωρούμε ολόκληρο στο «Παράρτημα» του κειμένου. Το υπογράφουν ως Έφοροι τέσσερις προύχοντες της εποχής: ο Κωνσταντίνος Καπέτης, γιος της κόρης του Εμμανουήλ Παπά7 Ελένης, ο Κωνσταντίνος Χόνδρος, πατέρας του Δημητρίου Χόνδρου, καθηγητή αργότερα της Φυσικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών, γνωστός και από τη συμβολή του στην συγγραφή του Πέτρου Ν. Παπαγεωργίου για τις Σέρρες και το Μοναστήρι (εκεί ο Παπαγεωργίου τον χαρακτηρίζει «φιλολογικώτατον και φιλοπονώτατον άνδρα»)8, επίσης ο Β. Σταμούλης, πατέρας του φονευθέντα από τους Βουλγάρους το 1913, κατά την υποχώρηση τους, Κωνσταντίνου Σταμούλη9. Τέλος, ο άγνωστος σε μας Νικόλαος Κ. Αναγνώστου.

Τη μεταφορά σε σχέδιο όλων των τοπογραφικών δεδομένων και την παραπέρα επεξεργασία τους πραγματοποίησε ο νέος αρχιτέκτονας κ. Κωνσταντίνος Α. Θεοδωρίδης, προς τον οποίον εκφράζονται και από δω οι θερμές μας ευχαριστίες.

Εισαγωγικά

Μια απ' τις μάστιγες των πόλεων της Ανατολής στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εκτός απ' τις διάφορες επιδημίες και αρρώστιες, ήταν οι συχνές πυρκαγιές. Η άφθονη χρησιμοποίηση του ξύλου στις οικοδομές, όπως το βλέπουμε και σήμερα στα σωζόμενα παλιά τούρκικα σπίτια που το πρώτο τους πάτωμα είναι από πέτρα ενώ το δεύτερο κατά κανόνα από τσατμά10, με ξύλινα πατώματα, ξύλινες σκάλες, ξύλινα χαγιάτια και ξύλινες φαρδιές κορωνίδες (αστριχιές), οι οποίες εύκολα μπορούσαν ν' αρπάξουν φωτιά απ' τα τζάκια και να τη μεταδώσουν στο υπόλοιπο σπίτι, ήταν μια απ' τις Βασικές αιτίες των συχνών πυρκαγιών. Οι στενοί δρόμοι, η έλλειψη πυροσβεστικής υπηρεσίας και κανένας άνεμος κατά τύχη, βοηθούσαν στο περαιτέρω φούντωμα και στο ξάπλωμα της πυρκαγιάς σε ολόκληρα τμήματα της πόλης11.

Ειδικότερα εδώ, οι τέσσερις γνωστές από χρονικά μεγάλες πυρκαγιές των Σερρών, της Κυριακής 30ής Σεπτεμβρίου του 163012, του δωδεκαημέρου του 1638/913, του Σαββάτου της 13 Αυγούστου του 171414 και της 28 Δεκεμβρίου του 176315 εκδηλώθηκαν στην περιοχή των εργαστηρίων και της αγοράς.

Χαρακτηριστικά ο Παπασυναδινός αναφέρει για την πρώτη πυρκαγιά του 1630: Σεπτεμβρίω λ' ξημερώνοντας Κυριακήν εκάησαν τα εργαστήρια και έπιασεν η φωτιά από τους χαλάτζηδες εις το παπουτζήδικον το εργαστήριν έπιναν μερικοί ομοίως και τιτούνι16 και αφόντις έδιάβηκαν εκεί όπου είχαν τινάξει τον λουλά δεν είχε σβύση η φωτιά' και ηταν βαμπάκι λήτρες γεμάτο το εργαστήρι και διαβόλου πειρασμός πιάνει εκείνο το βαμπάκι και ανάφτει το εργαστήρι και καίονται όλα τα εργαστήρια τα χαλάτζηκα17 από την μια μεριά και από την άλλη έως κάτου εις το σταρόφορον18 [...] και καιγουνται τα άμπατζήδικα όλα από πάνου έως κάτοθ, και όλος ο αραστάς και όλοι οι χρυσοσκουφάδες και όλοι οι καζάζηδες τρογύρον το μπεζεστένι και εσέβενεν η φλόγα από τα σιδεροπαράθυρα και εκάηκαν τα χατήλια μόνον [...].

Στη συνέχεια δίνει την εικόνα της καταστροφής και του θρήνου. Για την πυρκαγιά του 1638/9, ο ίδιος αναφέρει: [...] το δωδεκαήμερον πάλιν εκάηκαν τα εργαστήρια εις τας Σέρρας, ομοίως ωσάν το πρώτον, καμπώσου κατώτερα [...]. Χρονική σημείωση σε χειρόγραφο της Μονής Προδρόμου που περιέχει έργα του Θεοδώρου Στουδίτη αναφέρει για την πυρκαγιά του 1714: [...] εις τους ,αψιδ' έγινεν μέγας εμπρισμός εις τας σερρας εκάηκαν όλα τα εργαστήρια, ο ταπάχανας και ο σανιδοφόρος εγλύτωσεν, εκάηκεν και το εσκή τζαμή, μηνι αύγούστου ιγ, ξημερόνοντας το σαβάτω [...]

Για την τέταρτη πυρκαγιά του 1763 έχουμε την παρακάτω είδηση19:

1763: Δεκεμβρίου: 28 ήμερα πέμπτη εις το άξιαμ ναμαζί έγινεν πυρκαϊά εις Σερρας με σφοδρόν άνεμον και εκράτησεν ώρας 9: εναία, και εκάϊ το Κερβάν χάνι μέ ικανά όσπήτια, και τα εργαστήρια τα υποκάτω αυτού όλα έως εις άντικρις του Τζιαμίου το χωρίζων τους κερχανάδες ομοίως πώς και το Τζιαμί εκάϊ μέ τους κερχανάδες τους μπασματζίδικους από το όπισθεν μέρος, ομού μετα τους μπακάλιδες οπού είναι εις το Σιταρόφορον ομού και το Σιταρόφορον όλον με τους χαλάτζιδες και μαγείρους, κετνετζήδες και άμπατζήδες, οτουρατζήδες και καζατζήδες και καζασίδες μισοί καβάδηδες και σαντιτζήδες τζιομλεκτζήδες και τζηρινγκήριδες και έπαυσεν θεού θέλοντος.

Στον χάρτη που δημοσιεύω παρακάτω εικονίζεται η περιοχή της κεντρικής αγοράς των Σερρών όπως ήταν πριν από την καταστροφή του 1913. Η περιοχή αυτή ήταν και το πιο πυρόπληκτο τμήμα της πόλης, γιατί, όπως είδαμε και πιο πάνω, εκεί ήταν η εστία του κακού. Εύκολα διακρίνει κανείς ότι ο τέλεια ακανόνιστος τρόπος που ήταν κτισμένα τα μικρομάγαζα - κυριολεκτικά το ένα μέσα στο άλλο - επέτρεπε τη μετάδοση της πυρκαγιάς σε όλα, όταν έπιανε το ένα (σχ. 1).

Όπως παρατηρούμε η Αγορά των δημητριακών (Τερεκέ Παζάρι) και βαμβακιού (Παμπούκ Παζάρι) γύρω στο Μπεζεστένι δεν ήταν άλλο παρά η διαιώνιση του Σταρόφορου και των χαλάτσικων που αναφέρει ο Παπασυναδινός, ενώ σήμερα, πίσω απ' το Μπεζεστένι τρία παπλωματάδικα και λίγο πιο κει στην οδό Βασιλέως Βασιλείου μερικά καταστήματα δημητριακών και βαμβακιού αποτελούν την αιώνια συνέχεια των μαγαζιών της μακρινής εκείνης εποχής.

Αλλ' η μεγαλύτερη απ' όλες, που ξεπερνά μπορεί να πει κανείς και αυτή ακόμη την οργανωμένη πυρπόληση του 1913 απ' τους υποχωρούντες Βουλγάρους, είναι αναμφισβήτητα η τρομακτική πυρκαγιά του 1849, που κατά μοιραία σύμπτωση έγινε στις 28-29 Ιουνίου, όπως και η τελευταία καταστροφή του 1913.

Η πυρκαγιά

Η πυρκαγιά του 1849 αποτελεί ένα σταθμό για την ιστορία των Σερρών γιατί, εκτός από την καταστροφή των τεσσάρων χιλιάδων οικιών της πόλης, που συγκριτικά την εξισώνει με την καταστροφή του 1913, καταστράφηκαν μαζί μ' αυτές και τα οικογενειακά κειμήλια που συσσωρεύθηκαν στο διάστημα αιώνων, όπως επίσης τα περισσότερα παλιά μνημεία της πόλης, πού άντεξαν την περίοδο της δουλείας, και χάθηκαν έτσι για πάντα πολύτιμες ιστορικές πηγές. Στην πυρκαγιά του 1913 καταστράφηκε ό,τι είχε δημιουργηθεί στο μεταξύ, από το 1849 και δώθε.

Ο Δημοσθένης Μέλφος20 γράφοντας για την πυρκαγιά αυτή, την αποδίδει στο φθόνο εχθρών για την ακμή και τον πλούτο των Ελλήνων Σερραίων εμπόρων [...] ήτις οσημέραι ηύξανε και ευωδούτο χάρις εις την κατ' έτος τελουμένην εν Σέρραις μεγάλην εμπορικήν πανήγυριν υπό το όνομα Κυρβάνη [...], αλλά η άποψη αυτή έχει περισσότερο συναισθηματική αξία και μπορούμε να πούμε ότι τα αίτια ήταν όπως και στις προηγούμενες φορές τυχαία.

Σε χειρόγραφο της Μονής Προδρόμου αναφέρεται ως συγκεκριμένη εστία της πυρκαιάς το «Ορτά Μεζάρι»21. Η φωτιά εξαπλώθηκε ύστερα, πιθανότατα με την βοήθεια δυνατού ανέμου, χωρίς να υπάρχει περίπτωση καταστολής της από (την ανύπαρκτη) πυροσβεστική υπηρεσία, για να φθάσει σχεδόν μέχρι τον χείμαρρο των Αγίων Αναργύρων. Έτσι εξηγείται και το ότι πέρασε και στην αντικρινή όχθη της Κλοποτίτσας που ήταν τότε ανοικτή κι έτρεχε μέσα στην πόλη. Παραθέτω παρακάτω τις σχετικές ειδήσεις που υπάρχουν γύρω απ' τον όλεθρο εκείνο.

Μια αμυδρή γενική περιγραφή βρίσκουμε σε μια επιστολή ενός Βατοπεδινού μοναχού, του Νικηφόρου, που τη βρήκε και τη δημοσίεψε ο Δημοσθένης Μέλφος στη μελέτη του που ανέφερα πιο πάνω. Μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής: [...] Πιστεύω δε ήδη να τη αναγγείλω ως μη ώφειλον και τήν λυπηράν και τρομεράν συμφοράν την γενομένην τη 28η του παρελθόντος Ιουνίον εις Σέρρας.

Πυρκαϊά τρομερά και μεγαλωτάτη εξερράγη έν Σερραις ήτις κατεβρόχθησεν εις διάστημα ολίγων ωρών περίπου, των τεσσάρων χιλιάδων οσπιτίων και εργαστηρίων και δεκατριών (13) εκκλησιών. Συν αυτοίς κατετεφρώθη και δεν έμεινεν ούτε μία οικία. Ο κόσμος όλος νομίζω, ότι πρέπει να τους λυπηθή και να τους βοηθήση τους αθλίους εις την μεγάλην ταύτην συμφοράν των, ότι όχι μόνον έχασαν το τίποτα των, άλλα περιπλανώμενοι ένθεν κακείθεν κινδυνεύουσι σχεδόν ν' αποθάνουν έκ της πείνης.

Ο Άγιος Σερρών22 προ ήμερων ασθενήσας, είχεν απέλθη εις τα Θερμά της Προύσσης και ως εκ τούτον δέν ευρέθη εις Σερρας έν τη τρομερά ταύτη δυστυχία αλλ' εισέτι ευρίσκεται εις τα νησιά της Πόλεως [...].

Πιο ενδιαφέρουσα, από της πλευράς του καθορισμού της έκτασης της πόλης που καταστράφηκε, είναι μια ενθύμηση που βρέθηκε σε κώδικα της Μονής Προδρόμου (Εθνική Βιβλιοθήκη, τμήμα χειρογράφων, με α.α. 2626)23.

Εις τα 1849 Ιουνίου 29 έγινεν πυρκαϊά εις τας Σερρας και εκάησαν όλον τας Σέρρας καθώς άρχισεν από το ορτα μεζάρι όλον το Τζιαρσή έως τον Ταμπαχανα και πάλιν από εκεί ήλθεν έως εις την Μητρόπολιν έκαυσεν και την Μητρόπολιν και πάλιν από εκεί εγύρισεν έως εις την μεγάλην όραν και έως εις τα εβρέϊκα τα μνήματα στην άκρην τον κάστρον μας έκαψε και το Προδρομήτικον και τα αργαστήρια όλα μας έγινεν ζημία μεγάλην έως 60-70χιλ. γρόσια.

Από άλλες πηγές του Μοναστηριού μας και πιθανώς από μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την καταστροφή, ο ανεπανάληπτος εκείνος ηγούμενος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου, ο Χριστόφορος Δημητριάδης (Προδρομίτης) καταχωρεί τα παρακάτω στο «Προσκυνηταριόν» του24:

Αλλά κατα το έτος 1840, Ιουνίου 29 ζημίαν πολλήν υπέστη και η Ι. Μονή εκ της μεγάλης τότε εν Σέρραις πυρκαϊάς, καθ' ην αποτεφρωθέντων πάντων των εργαστηρίων της αγοράς και των οικιών επτά ολοκλήρων σννοικιών 1) του αγίου Νικολάου 2) της αγίας Βαρβάρας 3) του αγίου Γεωργίου 4) της αγίας Κυριακής- 5) των αγίων Αποστόλων 6) του αγίου Βλασίου και 7) της αγίας Ελεούσης μετα τών ιερών ναών αυτών και των Σχολείων και της Μητροπόλεως και τον παρ' αύτη Καθεδρικού ναού των αγίων Θεοδώρων έτι δε και μέρους τριών άλλων συνοικιών 1) της αγίας Παρασκευής- 2) της αγίας Φωτεινής- και 3) του αγίου Πεντελεήμονος, εκάησαν μετ' αυτών και τα εκει 11 εργαστήρια της Μονής, καθώς και το Προδρομίτικον λεγόμενον χάνι αυτής. Τότε δε πολλοί μεν των Σερραίων, τα πάντα απολέσαντες, περιέπεσαν εις έσχάτην ένδειαν, η δε Ι. Μονή επειδή ηναγκάσθη, ίνα ανακτίση τα πυρποληθέντα, όπως μή στερηθή των έξ αυτών προσόδων [...].

Σε έγγραφο των «Κοινών της πόλεως των Σερρών Εκπαιδευτηρίων» που υπογράφεται από τους εφόρους Κωνσταντίνο Καπέτη, Κ. Χόνδρο, Β. Σταμούλη και Νικόλαο Αναγνώστου, τους οποίους παρουσιάσαμε παραπάνω, και σταλθηκε στη Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους, με ημερομηνία 30 Μαρτίου 1885, βλέπουμε το παρακάτω ενδιαφέρον σημείο:

Κατάντικρυ του εν τη πόλει ημών Μετοχίου της Υμετέρας Ι. Μονής κείται οικόπεδον τη Ι. Μονή ανήκον, άλλ' ούδεμίαν αυτή αποφέρον πρόσοδον μη ανοικοδομηθείσης της κατα την τότε γενομένην πυρκαϊάν πυρποληθείσης οικοδομής.

Συμπολίτης ημών αναλαμβάνει νυν να οικοδόμηση έπι του οικοπέδου τούτου ιδία δαπάνη δημόσιον Σχολεϊον αν η Ι. Μονή δωρήσηται τη πόλει το οικόπεδον. Από αυτό, σε συνδυασμό με το τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής της Αγίας Ελεούσας, που πήραμε από τη Μονή Κουτλουμουσίου, με τη θέση του ναού και των άλλων κτημάτων, προσδιορίζουμε με ακρίβεια ένα ακόμη σημείο του περάσματος της πυρκαγιάς.

Μια ακόμα ενθύμηση της καταστροφής βλέπουμε σε χειρόγραφο του Μοναστηριού του Προδρόμου, που αν και δεν προσθέτει άλλα στοιχεία την καταχωρούμε και εδώ για λόγους πληρότητας25:

Προς ενθύμησιν τής πυρκαϊας των Σερρών, η οποία έγινε 1849, Ιουνίου 28, τρίτη εσπέρας περί την μίαν ώραν. Η ηχώ της καταστροφής εκείνης ήταν έντονη ως τις αρχές του αιώνα μας, όπως ακριβώς και η καταστροφή του 1913 είναι σε μας.

Όταν στα 1892 ο Πέτρος Παπαγεωργίου έγραφε την μνημειακή για την ιστορία της Πόλης μας μονογραφία του26, ανέφερε προκειμένου για την κατάσταση της Παναγίας της Βλαχέρνας τα παρακάτω: [...] Καταστραφείσα εκ τής πυρκαϊας κείται νυν εν ερειπίοις [...], εννοώντας φυσικά την πυρκαγιά του 1849.

Απ' την παραπάνω μελέτη του Παπαγεωργίου στην οποία αναφέρονται συνολικά τριάντα εκκλησιές των Σερρών, σε συνδυασμό με το γραπτό του Χριστόφορου που είδαμε πιο πάνω, εντοπίζουμε τις δεκατρείς που καταστράφηκαν, όπως αναφέρει ο Νικηφόρος.

Έτσι εκτός από τον Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Θεοδώρων, που έπαθε μεγάλες ζημιές χωρίς όμως και να καταρρεύσει, ερειπώθηκαν τελείως η Παναγία των Βλαχερνών, ο Ναός των Μεγάλων Ταξιαρχών (η σημερινή μας Μητρόπολη), ο Άγιος Γεώργιος «των Γουναράδων», που ανοικοδομήθηκε πάλι στα 1858, οι Τρεις Παίδες και ο Άγιος Γεώργιος που επισκευάσθηκε πρόχειρα, ο Άγιος Αθανάσιος που ξανακτίστηκε το 1868, όπως και η Αγία Ελεούσα (μετόχι της Μονής Κουτλουμουσίου). Ο κατάλογος συμπληρώνεται με τις παρακάτω εκκλησίες: τον Καμένο Ταξιάρχη, τους Δώδεκα Αποστόλους, τον Άγιο Βλάσιο και τον Άγιο Νικόλαο στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα, που εγκαταλείφθηκε από τότε και εξαφανίσθηκε τελείως.

Απ' τις παραπάνω εκκλησίες, οι Άγιοι Θεόδωροι και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήσαν οπωσδήποτε μνημεία της Βυζαντινής εποχής. Οι υπόλοιπες ήσαν επίσης παλαιότατες αφού όλες αναφέρονται στο χρονικό του Παπασυναδινού, και οι παρακάτω επτά, δηλαδή η Παναγία η Βλαχέρνα, ο Άγιος Γεώργιος των Γουναράδων, ο Ναός των Ταξιαρχών, οι Τρεις Παίδες - Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Αθανάσιος (που ήταν μετόχι της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους), η Αγία Παρασκευή και οι Άνω Ταξιάρχες, που ήσαν μέσα απ' το Βυζαντινό τείχος των Σερρών, ήσαν πιθανότατα και εκείνες βυζαντινές.

Οι Μεγάλοι Ταξιάρχες (η σημερινή μας Μητρόπολη) ξανάγιναν αμέσως την επόμενη χρονιά (1850). Στους χώρους της Αγίας Βλαχέρνας, του Αγίου Βλασίου, του Αγίου Γεωργίου των Γουναράδων, της Αγίας Βαρβάρας, όπως και των Τριών Παίδων-Αγίου Γεωργίου, έχουν χτιστεί οικοδομές, σύμφωνα με το Νέο Σχέδιο της Πόλεως, ύστερα από την καταστροφή του 1913.

Στις θέσεις του Αγίου Γεωργίου των Γουναράδων, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Βλασίου, υπάρχουν και σήμερα εικονοστάσια και ανάβουν μια καντήλα και κεριά. Οι Δώδεκα Απόστολοι είναι κάτω απ' το κτίριο και στον περίβολο του 1ου Λυκείου, ενώ του «Προδρομίτικου» έχουν χαθεί τα ίχνη, αφού ούτε ο Παπαγεωργίου αναφέρει τίποτε.

Δεν κρίνω άσκοπο ν' αναφέρω τις ζημιές των Αγίων Θεοδώρων απ' την πυρκαγιά του 1849, όπως μας τις δίνει ο Παπαγεωργίου. [...]και όλον μεν το λοιπόν κτίριον ο δυτικός εσωνάρθηξ, το κέντρον και το Άγιον Βήμα εσώθη έκτος τής στέγης, εκάη δε το καταπέτασμα (κοινώς τέμπλον) διερράγησαν οι εξ κιόνες του κέντρου οίτινες πολλαχού κατόπιν επιχρίσθησαν, εβλάβη ο ψηφιδωτός κόσμος του Αγίου Βήματος και απώλετο αρχαία και πολύτιμη φιάλη του αγιασμού [...].

Τυχερές εκκλησιές που γλύτωσαν από την πυρκαγιά του 1849 και από την καταστροφή του 1913 είναι ο Άγιος Αντώνιος - Αγία Μαρίνα και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Η πρώτη ξανάγινε η επισκευάσθηκε ριζικά το 1835 επάνω απ' το Βυζαντινό Ναό του οποίου η ύπαρξη είναι γνωστή από χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου απ' το 1321, όπου γίνεται λόγος για αμπέλιον πλησίον του ναού τής Αγίας Μαρίνης27. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ξανακτίσθηκε ή επισκευάσθηκε και εκείνος ριζικά το 1819 με δαπάνη των μοναχών Συλβέστρου και Καλλινίκου, σύμφωνα με επιγραφή που είναι πάνω από την είσοδο του Ναού, πάνω από το Βυζαντινό Ναό, δωρεά προς το Μοναστήρι του Προδρόμου απ' τον Κωνσταντίνο Χολεβιάρη στα 1342.

Για τα αλλόθρησκα ιδρύματα λατρείας δεν έχουμε επίσημες πληροφορίες. Με βεβαιότητα όμως μπορούμε να πούμε πως το Εσκί Τζαμί γλίτωσε και απ' την πυρκαγιά του 1849 όπως και το 1913. Όπως φαίνεται απ' τη φωτογραφία (πίν. 1,2), το Αραπισιλάρ Τζαμί ήταν κτίσμα απ' το τέλος του προηγούμενου αιώνα που πιθανόν να πήρε τη θέση παλαιότερου, το οποίο καταστράφηκε απ' την πυρκαγιά του 1849.

Η Εβραϊκή Συναγωγή, στη γειτονιά της Αγίας Φωτεινής, φαίνεται πως γλίτωσε απ' την πυρκαγιά του 1849, για να αποτεφρωθεί τελικά το 1913. Τη θέση της τη σημειώνουμε με ακρίβεια στο Σχέδιο 2 με την ένδειξη Ε.Σ.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, μπορούμε να συνθέσουμε με αρκετή ακρίβεια την έκταση και τη θέση εκείνης της καταστροφής (σχ. 2).

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μη αναφερθεί και η γενναία συνδρομή προς τους παθόντες συμπολίτες του, του Σερραίου εμπόρου, εγκατεστημένου στη Βιέννη, Θεοδώρου Δούμπα, γιου του Νικολάου Δούμπα, βουλευτού στην Αυστριακή βουλή και μυστικοσύμβουλου του Αυτοκράτορα.

Σε επιστολή του δημοσιευμένη απ' τον κ. Π. Πέννα28, γράφει τα εξής: Κακός άγγελος φίλε Στέριε ο υστερινός ταχυδρόμος σας. Ασυνήθιστους από τοιαύτα δυστυχήματα εις Σέρρας μας έκαμε τόσω μεγαλυτέραν εντύπωσιν. Το συμβάν όμως κακόν είναι τόσω σημαντικόν, ώστε και τώρα ακόμη δεν ημπορούμεν να το κατανοήσωμεν. Δεν ημπορούμεν να ζυγίσωμεν την βαρύτητα του και τα αποτελέσματα του. Τι το όφελος όμως και αν ημπορούσαμεν; ηθέλαμεν ιατρεύσει όλας τας πληγάς η καν μετριάσει τους πόνους; Είμεθα ικανοί; Το ολίγον, όπερ δυνάμεθα να κάμωμεν, θα το κάμωμεν. Ας είναι και σταγών εις την θάλασσαν.

Με βάση τις παραπάνω πληροφορίες απ' τα χρονικά και τις καταστροφές των εκκλησιών αναλογίζεται κανείς το μέγεθος μιας απ' τις μεγαλύτερες καταστροφές που έπληξαν την πόλη μας στην μακραίωνη ιστορική της πορεία.

Επειδή όμως «ουδέν κακόν αμιγές καλού», θα πρέπει να αναφέρουμε ένα σημαντικό γεγονός που ακολούθησε την καταστροφή και σημάδεψε την πολεοδομική εξέλιξη της πόλης. Αυτό ήταν η διάνοιξη μέσα στα Ορτά Μεζαρλίκ δρόμου, σε επέκταση πιθανώς του μέχρι τότε δρόμου προσπέλασης, με ταυτόχρονη εγκατάλειψη του Νεκροταφείου. Έτσι σχηματίστηκε η σημερινή οδός Βενιζέλου, που ένωσε το τότε πέρας της πόλης με την απομακρυσμένη συνοικία της Κάτω Καμινίκιας.

Σύντομα όμως οι πληγές αυτές αποθεραπεύτηκαν. Η αφθονία των γεωργικών προϊόντων που παράγονταν στον πλούσιο κάμπο μας, και ιδιαίτερα το βαμβάκι, εξάγονταν στην Ευρώπη και στις Ενωμένες Πολιτείες την εποχή του εκεί εμφύλιου πολέμου. Μεγάλα χρηματικά ποσά, απ' αυτή την άνθιση, ανακούφισαν και αύξησαν τον πληθυσμό της πόλης. Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο σε τούτο το κεφάλαιο της ακμής των Σερρών στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, γιατί ξεφεύγει απ' τα όρια του μελετήματος. Θυμίσαμε αυτή την πτυχή, για να απαλύνουμε την ζοφερή εικόνα της καταστροφής που δώσαμε παραπάνω. Καταστροφή που πρόσθεσε ένα ακόμη στρώμα στα άλλα στρώματα ερειπίων από προηγούμενες καταστροφές, για να ξαναγεννηθεί και πάλι...

 

Ένας επίλογος

Κοντεύει ενάμισης αιώνας απ' το γεγονός που προσπαθήσαμε να ανασυνθέσουμε σε τούτο το μελέτημα, με όσα στοιχεία της εποχής μπορέσαμε να βρούμε.

Ας δούμε όμως, με σημερινό μάτι, τους αντίκτυπους που είχε από πολεοδομική κυρίως πλευρά, γιατί αυτή μέχρι ένα βαθμό ρυθμίζει την ποιότητα ζωής αυτής της πόλης.

Δεν αγνοούμε πως στο μεταξύ είχαμε την καταστροφή του 1913. Διαφέρει αυτή από εκείνη του 1849 και τις προηγούμενες που αναφέραμε στην εισαγωγή μας: γιατί αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά οργανωμένη πυρπόληση από εχθρούς που έφευγαν νικημένοι απ' τα ελληνικά όπλα.

Έτσι, από πρώτη ματιά, θα μπορούσε να πει κανείς πως η τελευταία είναι εκείνη που καθόρισε το σχέδιο της σημερινής πόλης, σαν ένα πρωτόφαντο για την εποχή πείραμα. Αν δεν υπήρξαν σημαντικές αντιδράσεις για την εφαρμογή μιας τέτοιας θεωρητικής μέχρι τότε πρότασης, δηλαδή εκείνης του αστικού αναδασμού29, ήταν κυρίως γιατί είχε προηγηθεί το μεγάλο κακό του 1849. Γιατί τότε καταστράφηκαν, όπως είδαμε και πριν, οι περισσότεροι και σημαντικότεροι κρίκοι που έδεναν την πόλη με το παρελθόν της. Εννοούμε τις εκκλησίες που ήταν μέχρι τότε οι πυρήνες των γειτονιών και αποτελούσαν τα κέντρα της ζωής των κατοίκων από κάθε σχεδόν πλευρά.

Έτσι, απ' τις 31 εκκλησίες που αναφέρει ο Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου30 οι δύο Άγιοι Νικόλαοι, της Ακρόπολης και ο κατεστραμμένος από σεισμό στις αρχές του 19ου αιώνα δίπλα στην Αγία Φωτεινή31, ήταν αλειτούργητοι μια τρίτη, ο Άγιος Βασίλειος, αναφέρεται μόνο ως τοποθεσία32. Δύο ακόμη, οι Άγιοι Ανάργυροι και η Παναγία η Λιόκαλη στα ανατολικά της πόλης μετά το ρέμα των Αγίων Αναργύρων δεν δημιουργούσαν πρόβλημα.

Τις δύο ανέπαφες απ' τις δύο πυρκαγιές, δηλαδή τον Άγιο Αντώνιο - Αγία Μαρίνα και Ιωάννη Πρόδρομο, όπως και τους Αγίους Θεοδώρους, το νέο σχέδιο τις έλαβε υπ' όψη. Παρουσιάζοντας και τον Άγιο Νικόλαο των Μποσταντζήδων που καταστράφηκε λίγο αργότερα33, έχουμε ένα σύνολο 9 εκκλησιών που αφαιρούνται απ' τις αρχικές 31. Έτσι, απ' τις 22 εκκλησίες, οι δώδεκα -εξαιρούμε τους Αγίους Θεοδώρους- έχουν καταστραφεί το 1849. Απ' τις υπόλοιπες δέκα, η Αγία Φωτεινή και η Αγία Παρασκευή καταστράφηκαν το 1913. Μαζί με τις προηγούμενες, ανεξάρτητα απ' τις επισκευές ή ακόμη και ανακατασκευές ορισμένων, αποτελούσαν τον θησαυρό των Σερρών. Οι οκτώ που μένουν στο σύνολο ήσαν ασήμαντες και δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο για την έγκριση του πρωτοποριακού για την ελληνική πραγματικότητα σχεδίου πόλης, απ' τους εκπροσώπους των τότε συμπολιτών μας.

Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες γιατί θα ξεφεύγαμε απ' τα όρια αυτού του μελετήματος, που δεν γράφτηκε μόνο για ειδικούς, μα ως δείγμα σεβασμού στην ιστορία του τόπου μας και διάθεσης για την πλατύτερη διάδοση της.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

α) Προλεγόμενα

1. . Α. Ξυγγόπουλος, Έρευναι εις τα βυζαντινά μνημεία των Σερρών[ Έκδοση Ε.Μ.Σ. - ΙΜΧΑ α.α. 77], Θεσσαλονίκη 1965, σ. 1

2. Το Εσκί ή Ατίκ Τζαμί χαρακτηρίζεται ιστορικό γιατί ήταν η σφραγίδα της κατάκτησης των Σερρών από τον Σουλτάνο Μουράτ Α', το 1383.

3. Αύξων αριθμός στον χάρτη της πυρίκαυστης ζώνης: 232.

4. Πέτρος Θ. Πέννας, «Το Χρονικό της φωτιάς», εφ. Πρόοδος, Σερρών, φ. 28 Ιουνίου 1952. Επανέκδοση στα Σερραϊκά Χρονικά, τ. 9 (1982-1983), σ. 179-184.

5. Πέτρος Θ. Πέννας, ό.π. και Andre Guillou, Les archives de Saint - Jean - Prodrome sur le montMenecee, Paris  1955, σ. 194.

6. Ekkrem HakkiAyverdi, Avrupa' da Osmanli Mimari Eserleri, τ. IV, Instanbul 1982,. 207 και 208.

7.Πέτρος Θ. Πέννας, Ιστορία των Σερρών, Αθήναι 19662. Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας». Η ιστορία και το αρχείο της οικογενείας του, έκδ. ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 204, 230, 231, 242.

8.Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου, «Αι Σέρραι και τα προάστεια τα περί τας Σέρρας και η Μονή Ιωάννου του Προδρόμου», ΒΖ, τ. III, Leipzig 1894, σ. 231• επανέκδοση από τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 7.

9. Πέτρος Θ. Πέννας, ό.π. σ. 346.

β) Εισαγωγικά

10. M.W. Leake, Travels in Northern Greece, Cambridge  1835, σ. 200.

11. Πρβλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1947, σ. 151.

12. Το Χρονικό του Παπασυναδινού, έκδ. Π.Θ. Πέννα, Αθήναι 1938, σ. 44-45 από την έκδοση αυτή και όλα τα αποσπάσματα από το Χρονικό που παρατίθενται εδώ. Βλ. επίσης, Π.Θ. Πέννας, «Το Χρονικό της φωτιάς», εφ. Πρόοδος, φ. 29 Ιουνίου 1952, και επανέκδοση στα Σερραϊκά Χρονικά, τ. 9 (1982-1983), σ. 183.

13. Ό.π., σ. 56, και Σερραϊκά Χρονικά, σ. 183.

14. Ό.π., σ. 14, και Σερραϊκά Χρονικά, σ. 182.

15. Κωδ. Βατοπεδίου 1418.

16. Τιτούνι: καπνός τσιγάρου.

17. Χαλάτζηκα: εργαστήρια επεξεργασίας Βαμβακιού.

18. Σταρόφορον: σιταγορά.

19. Το κείμενο παρατίθεται κατά τη διπλωματική μεταγραφή του κ. Τ. Καραναστάση, ο οποίος σύντομα θα παρουσιάσει σχολιασμένη έκδοση του μικρού Χρονικού που το περιέχει (Κώδ. Βατοπεδίου 1418).

γ) Η πυρκαγιά

20. Δημοσθένης Μέλφος, «Η μεγάλη πυρκαιά της πόλεως των Σερρών της 28 Ιουνίου του έτους 1849», Σερραϊκόν Ημερολόγιον 1939, σ. 61-62.

21. Εννοείται το «Ορτα Μεζαρλίκ», δηλαδή το τουρκικό μέσο (κεντρικό) νεκροταφείο που βρισκόταν στα Δυτικά της πόλης, όπου σήμερα η συμβολή των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου, 29ης Ιουνίου 1913, Κομνηνών, Μαυροκορδάτου και Μιαούλη.

22. Εννοείται ο Μητροπολίτης Ιάκωβος ο Πάτμιος που αρχιεράτευσε στις Σέρρες στα 1846 μέχρι τα 1860 και επονομάστηκε από τους Τούρκους «Καρά γιλάν» (μαύρο φίδι), εξαιτίας της μεγάλης επιρροής που ασκούσε πάνω τους [Π.Θ. Πέννας, Ιστορία των Σερρών, Αθήναι 1938, σ. 175].

23. Κώδιξ Μονής Προδρόμου των Σερρών, σ. 88, τμήμα χειρογράφων Εθνικής Βιβλιοθήκης, α.α. 2526 Π.Θ. Πέννας, «Το Χρονικό της φωτιάς», ό.π. σημ. 12.

24. Χριστόφορου (Δημητριάδη), Προσκυνητάριον της παρά τας Σέρρας Ιεράς..., Πατριαρχικής Μονής του Τιμίου Προδρόμου, εν Λειψία 1905, σ. 55.

25. Andre Guillou, Les archives de Saint - Jean - Prodrome,Paris 1955, σ. 194. Λ. Πολίτης, Καταλογος χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, αρ. 1857-2500, με τη συνεργασία Μ.Λ. Πολίτη, [Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 54], Αθήναι 1991, σ. 452 (χφ ΕΒΕ 2452).

26. Π.Ν. Παπαγεωργίου, «Αι Σέρραι, τα μνημεία, η Μονή του Τιμίου Προδρόμου», ΒΖ, τ. III (1894).

27. Andre Guillou, ό.π. σ. 55.

28. Π.Θ. Πέννας, Ιστορία των Σερρών, Αθήναι 1938, σ. 159.

 

δ) Επίλογος

29. Αλεξάνδρα Καραδήμου-Γερόλυμπου, Επανασχεδιασμός και ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917 (Διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη 1985, σ. 120.

30. Π. Ν. Παπαγεωργίου, ό.π. Πίναξ Ι.

31. Ανδρέας Ξυγγόπουλος, ό.π. σ. 46-60.

32.Ευάγγελος Στρατής. Ιστορία της πόλεως Σερρών, Εν Σέρραις 19262, σ. 32.

33. Π. Ν. Παπαγεωργίου, ό.π. (Β.Ζ. ΙΙΙ (1894), σ. 111), έκδ. β' σ. 31.

 

 

ΣΧΗΜΑ 1. Η περιοχή της κεντρικής αγοράς των Σερρών πριν από την καταστροφή τον 1913. Η εικόνα ήταν η ίδια από το τέλος του 14ον - αρχές 15ου αιώνα, όταν κτίστηκε ο μουσουλμανικός πυρήνας των Σερρών. Το Μπεζεστένι είναι το μόνο κτίσμα που διατηρείται σήμερα.

 

 

 

ΣΧΗΜΑ 2 Μια πρώτη προσέγγιση του χώρου της μεγάλης πυρκαγιάς του 1849, σε σχέση με την πόλη του 1913 και τη σημερινή.

 
 

Εικ. 1: Η μακρά αγορά (Ουζούν Τσαρσί). Την προσωνυμία της φαίνεται πως την πήρε από το επίμηκες ισόγειο κτίριο δεξιά, κτισμένο με σχέδιο μετά την πυρκαγιά τον 1849 και πριν από την καταστροφή τον 1913. Στο βάθος, πίσω από το κτίριο, διακρίνεται αχνά ο μιναρές τον Εσκί Τζαμί. (Πηγή: Ε.Η. Ayverdi, βλ. σημ. 6).

 

 

Εικ. 2.: Πέρασμα από την είσοδο σιταροπάζαρον (της αγοράς δημητριακών - Τερεκέ Παζάρ). Δεξιά το Αραπισιλάρ Τζαμισί. (Πηγή: Ε.Η. Ayverdi, βλ. σημ. 6).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ II

 
 

Εικ. 1: Δρόμος της Κεντρικής Αγοράς (Ορτά Τσαρσί) που οδηγούσε στο Μπεζεστένι, πριν από την καταστροφή του 1913. (ταχυδρομικό δελτάριο εποχής).

 

 

2: Έγγραφο που απευθύνεται στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους. Αποστολέας του τα «Κοινά της πόλεως Σερρών Εκπαιδευτήρια».

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Έγγραφο από τον φάκελο «Σέρραι» της Μονής Κουτλουμουσίου.

Προς τον Όσιώτατον Καθηγούμενον Κύριον Κύριον Ιωάσαφ Αρχιμανδρίτην και την περί Αυτόν Σεβασμίαν εν Χριστώ Αδελφότητα της κατ' Άθω Ιεράς Βασιλικής και Πατριαρχικής Μονής Κουτλουμουσίου.

Σεβάσμιοι Πατέρες,

Χριστός Ανέστη! Καταντικρυ του εν τη πόλει ημών Μετοχίου τής Υμετέρας Ι. Μονής κείται οικόπεδον τη Ι. Μονή ανήκον αλλ' ουδεμίαν αυτή απόφέρον πρόσοδον μη άνοικοδομηθείσης τής κατά την τότε γενομένην πυρκαιάν πυρποληθείσης οικοδομής.

Συμπολίτης ημών αναλαμβάνει νυν να οικοδόμηση επί του οικοπέδου τούτου ιδία δαπάνη δημόσιον Σχολείον αν η Ι. Μονή δωρήσηται τη πόλει το οικόπεδον.

Διά τούτο, Σεβάσμιοι Πατέρες, οι υποφαινόμενοι Έφοροι των Εκπαιδευτηρίων τής Ελ. Ορθοδόξου Κοινότητος τής πόλεως Σερρών, παρακαλουμεν τας Υ.Σ. εν ονόματι απάντων των συμπολιτών ημών όπως διά την προς τον πλησίον αγάπην, ην ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρήγγειλε τοίς μαθηταίς και οπαδοίς Αυτού, ευδοκούντες ποιήσητε τή πόλει ημών την δωρεάν ταύτην, δι' ης αι Σερραι προσκτήσωνται εν Σχολείον, εν έτι πνευματικόν φυτώριον, εν ω τέκνα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας εκτραφήσονται εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Η δωρεά Υμών, Σεβάσμιοι Πατέρες, θ' απόδειξη και πάλιν ότι ό Ιερός Ορθόδοξος Κλήρος, οστούν εκ των οστέων και σαρξ εκ τής σαρκός του ορθοδόξου πληρώματος, μετέχει και νυν των εθνικών πόθων και ουδεμίαν παρέρχεται ευκαιρίαν όπως προαγάγη τα πνευματικά συμφέροντα της εκλεκτής ποίμνης του Κυρίου. Θ'αναγραφή δε επί μαρμάρινης πλακός επί του μετώπου του ιδρυθησομένου Σχολείου όπως διατηρή άσβεστον την προς την Ί. Μονή ν του Κουτλουμουσίου ευγνωμοσύνην και των επελευσομένων γενεών πρόκειται δε τοις πάσι αξιομίμητον παράδειγμα Χριστιανικής αγάπης.

Εξαιτούμενοι τας ευχάς ημών διατελούμεν

Υμέτεροι εν Κυρίω

Σέρραις τη 30 Μαρτίου 1885

Οι Έφοροι

Κωνστ. Καπέτης

Κ. Χόνδρος

Β. Σταμούλης

Νικόλαος Κ. Αναγνώστου

(Τ.Σ.) ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΡΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ αωοξ'

 

 

Νίκος Ζ. Νικολάου
Σερραϊκά Ανάλεκτα
Τόμος Πρώτος
Σέρρες 1992