Αναστάσιος Παλατίδης (1800 -1848)

 

Γεννήθηκε στο Μελένικο και πέθανε στη Βιέννη. Θάφτηκε στο νεκροταφείο Sankt Marx, ιδιοκτησίας των δυο ελληνικών εκκλησιαστι­κών Κοινοτήτων της Βιέννης. Έβγαλε την τετρατάξια Αστική σχολή Μελενίκου, εξακολούθησε τα μαθήματα στα Ιωάννινα, τελείωσε το Γυμνάσιο στο Βουκουρέστι και μετά πήρε το δίπλωμα της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Διετέλεσε πρόεδρος της βιεννέζικης ιατρικής συνδιδακτορίας και ιδιαίτερος γιατρός τής αυτοκρατορικής οικογένειας των Αψβούργων (διαδέχτηκε το γιατρό της Αυλής βαρόνο Γκράγκερ, του οποίου υπήρξε μαθητής). Τα τελευταία του 18 χρόνια εργάστηκε ως γιατρός του δημοσίου στη Βιέννη. Πνεύμα φιλελεύθερο και ανήσυχο, που διαπνέονταν από ευλαβικό έρωτα προς την πατρίδα, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους φωτεινούς εκείνους προδρόμους πού συνετέλεσαν αποφασιστικά στη μόρφωση των ομογενών και στην ηθική αναγέννηση του έθνους.

Απ' τη Βιέννη, μυστικό ορμητήριο φιλελλήνων, μα και σκοτεινό μισελληνικό κέντρο της εποχής εκείνης, παρακολουθούσε άγρυπνος τις σκληρές δοκιμασίες του Ελληνικού γένους και δεν έπαψε να μεριμνά για την αναπτέρωση και τη σωτηρία του. Ανάμεσα στους αγώνες του σπουδαίος θεωρείται και αυτός που έκανε για να απαλλαχτεί το Μελένικο απ' την τυραννική διοίκηση του σατράπη Μουστάμπεη, ένα δε σχετικό υπόμνημα του προς το σουλτάνο Μαχμούτ τον Β', το υπογράφουν και οι αδελφοί Αναστάσιος και Κωνσταντίνος Χρηστομάνου.

Έγραψε διάφορα βιβλία, ιστορικά, εκπαιδευτικά, ιατρικά και την σπουδαία πραγματεία: «Υπόμνημα ιστορικόν περί της αρχής και προόδου και σημερινής ακμής τού εν Βιέννη ελληνικού συνοικισμού». Εκδόθηκε στη Βιέννη (τυπογραφεία Α. Μπένκου) το 1845.

Άφησε όλη την περιουσία του στο «Κοινόν» Μελενίκου, για τα σχολεία του. Το «αγαθοεργό κληροδότημα» περιλάμβανε 26 μετοχές της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος σε μετρητά, τζιβαϊρικά και ειδίσματα, λόζια και ακέραια (νομίσματα και χρεόγραφα) του βασιλικού δανείου του 1834, φιορίνια και κορώνες, κατατεθειμένα όλα στην Εθνική Τράπεζα Αυστρίας, καθώς και πολλά κινητά πράγματα. Εκτελεστές της διαθήκης όριζε Μελενίκιους εγκαταστημένους στη Βιέννη και διαχειριστές της κληροδοσίας: «την εκάστοτε εξάδα της κάπελας της κοινότητας ορθοδόξου εκκλησίας Αγίου Γεωργίου Βιέννης».

Έτσι τα σχολεία Μελενίκου εξασφάλιζαν απ' τους τόκους του κληροδοτήματος (200 λίρες το χρόνο) για την συντήρησή τους ως το 1913. Από τότε (εκπατρισμός Μελενικίων), και ως σήμερα, οι ετήσιοι τόκοι (30.000 δραχμές) περιέρχονται στο Γυμνάσιο Σιδηροκάστρου (κτίστηκε με το κληροδότημα). Στη διαθήκη, που φυλάγεται στο Καισαρικό βασιλικό δικαστήριο του Λαντρέχτ (ανοίχτηκε 6-3-1848), σημειώνει σχετικά: «δια να αποδείξω εμπράκτως την ενδόμυχον και την επιθυμίαν μου δια την οποίαν απήλαυσα εκεί προκοπήν, εν ταύτω και την επιθυμίαν μου ότι συνεισφέρω κατά τας δυνάμεις μου εις την αύξησιν του γενναίου προς φωτισμόν της νεολαίας».

Για την προσφορά αυτή και γενικά για τις υπηρεσίες προς τη γενέτειρα του, ανακηρύχτηκε μέγας ευεργέτης της Κοινότητας Μελενίκου. Το μνημόσυνο του συνταυτίστηκε από πολλά χρόνια με το γιορτασμό των γραμμάτων στο Σιδηρόκαστρο και η τελετή αποτελεί ένα απ' τα πιο επίσημα γεγονότα της ακριτικής αυτής πόλης.