Σερραίοι Ολυμπιονίκες


 

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1896, ώρα 15.30. Στην κονίστρα του κατάμεστου ανακαινισμένου Παναθηναϊκού Σταδίου παρατάσσονται οι αθλητές, όλοι  άνδρες (οι επίσημα γνωστοί είναι διακόσιοι σαράντα πέντε), μεταξύ των οποίων)  ενενήντα οκτώ Έλληνες, και πραγματοποιείται η τελετή έναρξης των Αγώνων της 1ης Ολυμπιάδας της σύγχρονης εποχής. Η αναβίωση τους είναι γεγονός. Αργότερα, στις 19 Ιουλίου 1908, κατά τη διάρκεια των Αγώνων της 4ης Ολυμπιάδας, ο επίσκοπος της Κεντρικής Πεννσυλβάνια Ethelbert Talbot στο κήρυγμα του προς τους αθλητές και τα άλλα μέλη των ολυμπιακών αποστολών στον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο τονίζει πως «το σημαντικό πράγμα σ' αυτούς τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν είναι τόσο να νικήσεις όσο το να πάρεις μέρος...». Στο άκουσμα τους, τα λόγια αυτά έκαναν εντύπωση στον πρόεδρο, τότε, της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής βαρόνο Πιέρ ντε Κουμπερτέν, που τα χρησιμοποίησε λίγες μέρες αργότερα -στο επίσημο δείπνο της 24ης Ιουλίου- προσθέτοντας και το προσωπικό του ύφος, πως «το πιο σημαντικό πράγμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν είναι να νικήσεις αλλά να πάρεις μέρος, ακριβώς όπως το πιο σημαντικό στη ζωή δεν είναι ο θρίαμβος αλλά ο αγώ­νας. Το κυριότερο δεν είναι να έχεις νικήσει αλλά να έχεις αγωνιστεί καλά». Άλλοι τα αποδί­δουν άμεσα στο Γάλλο αναβιωτή των Ολυμπιακών Αγώνων -διάλεξη που έδωσε στις 16 Νοεμ­βρίου 1894 στην Αθήνα, στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός»-. Βέβαια η αξία της φράσης αυτής παραμένει διαχρονικά επίκαιρη και το παιδαγωγικό της περιεχόμενο αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας.

 

ΕΚ ΣΕΡΡΩΝ ΟΡΜΩΜΕΝΟΙ

Στις είκοσι πέντε διοργανώσεις —αλλά και στις αντίστοιχες είκοσι των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων— που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, τα ελληνικά χρώματα εκπροσώπησαν περισσότεροι από χίλιοι πεντακόσιοι αθλητές και αθλήτριες. Πόσοι όμως και ποιοι ορμώνται εκ Σερρών; Η ιστο­ρική σκαπάνη αποκάλυψε δεκατέσσερις, που έζησαν το μεγαλύτερο όνειρο κάθε αθλητή και, με μόνη τη συμμετοχή ως κριτήριο, θεωρούνται όλοι νικητές...

 

Ήταν πρώτος, έτρεξε πρώτος!

 

Ο ΣΕΡΡΑΙΟΣ ΠΟΥ, πρώτος, είχε τη μεγάλη τιμή να αποτελέσει μέλος της ελληνικής ολυμπιακής ομάδας, ήταν ο Ιωάννης Κομητούδης. Ο ίδιος διηγείται: «Γεννήθηκα στις 3 Ιανουαρίου 1938 στις Σέρρες, στη συνοικία Άνω Καμινικίων, ενορία Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Ο πατέρας μου ονομαζόταν Απόστολος και η μητέρα μου Ελένη Σαρακύρου. Άρχισα τον αθλητισμό σε ηλικία 15-16 ετών και διάλεξα το στίβο γιατί πίστευα ότι είναι το πιο ευγενικό άθλημα και πως κατά το πλείστον αγωνί­ζεσαι με προσωπικές πρωτοβουλίες και ατομικές δυνάμεις. Πρώτος μου σύλλογος ήταν ο Απόλλων Σερρών οι προπονήσεις γίνονταν στο Δημοτικό γήπεδο Σερρών, αγωνίσματα με τα οποία πρωτοασχολήθηκα τα 100 και τα 200 μέτρα, τα άλματα εις μήκος και τριπλούν, που έμειναν για πολλά χρόνια μαζί μου· προπονητή βέβαια δεν είχαμε, μόνοι μας είχαμε την αγάπη για τον αθλητισμό. Μόνο, θυμά­μαι, για μια χρονιά είχα προπονητή, τότε που μετα­γράφηκα στον Παναθηναϊκό, γυμναστή αρκετά καλό, ο οποίος ήταν γυμναστής στο Γυμνάσιο Αρρένων, αλλά μου διαφεύγει δυστυχώς το όνομα του [σ.σ. Βασίλειος Σπανόπουλος]. Θα πρέπει να πω πως από τα πρώτα μου βήματα ένιωθα διαφορε­τικός από τους φίλους μου και μάλιστα άρχισα να ξεχωρίζω και να αποκτώ αγάπη προς τους φίλους μου, τους γονείς, την πολιτεία... Ένας άνθρωπος που έδωσε χρήματα, χρόνο, ψυχή και αγάπη στα πρώτα χρόνια της άθλησης μου ήταν ο Μάνος Εμμανουηλίδης, που έφυγε πριν από αρκετά χρόνια· είχε τα βαμβακοκλωστήρια στις Σέρρες και χρηματοδότησε πολλές φορές τα αθλητικά μου ταξίδια. Όταν κάναμε νίκες στους Πανσερραϊκούς, τους Παμμακεδονικούς, τους Πανθρακικούς αγώ­νες η αμοιβή του ήταν οι νίκες μας. Μέχρι που έπιανε το φτυάρι και έσκαβε και φρεσκάριζε το σκάμμα για να γίνει η άθληση κάπως καλή. Το χρο­νόμετρο ήταν... η καρδιά του». Και η συνέχεια... «Στον Παναθηναϊκό μεταγράφη­κα το 1957 [σ.σ. ο Γιάννης Κομητούδης αναδείχθη­κε το 1957, ως αθλητής του Απόλλωνα Σερρών, πανελληνιονίκης στο άλμα τριπλούν με επίδοση 14.09 μ. και, την ίδια χρονιά, έκτος στους Βαλκανι­κούς της Αθήνας με 14.41 μ.]· είχα πάει στους πανελλήνιους εαρινούς αγώνες, έτρεξα 100 μ. σε 11" 0 και βγήκα πρώτος, 200 μ. σε 23" 0 και ήρθα δεύτερος, ενώ πρώτος ήμουν ακόμη στο μήκος και στο τριπλούν. Μόλις γύρισα από την Αθήνα, σε μερικές ημέρες ήρθε ο κ. Βγενόπουλος στις Σέρρες, γνώρισε τους γονείς μου, είχαμε... φτώχεια και αδελφό στη Γυμναστική Ακαδημία· εάν δεν γινόταν η μεταγραφή ο αδελφός μου (Δημήτρης) έπρεπε να διακόψει. Με τη μεταγραφή λύσαμε πολλά οικονο­μικά προβλήματα και συνέχισα την Εμπορική

Σχολή στην Αθήνα -νυχτερινή-. Στην Αθήνα, ο Παναθηναϊκός μου έδωσε πολλή αγάπη και στοργή, ιδίως ο κ. Μαντζαβελάκης (δε ζει πια) και ο συνα­θλητής μου Γ. Ματσκανίδης -Καβαλιώτης- που έτρεχε 800 μ. και 1500 μ. Προπονητή είχαμε τον κ. Όττο Σίμιτσεκ, σοφό άτομο και σεβαστό ανά τον κόσμο, που γνώριζε πάρα πολλά γύρω από τον αθλητισμό -ήταν και κοσμήτορας της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας- και τον κ. Μ. Μητροφάνη, που ήταν και γυμναστής του Πανεπιστημίου Αθηνών».

Το 1959, στους Βαλκανικούς αγώνες του Βουκου­ρεστίου, ο Γιάννης συνέβαλε στην κατάρριψη του πανελλήνιου ρεκόρ (41.4 δευτ.) στα 4x100 μ. (Κόρμαλης, Κατσιμπάρδης, Γεωργόπουλος) και την κατάκτηση της πρώτης θέσης και στους Μεσογεια­κούς της Βηρυτού ήταν 2ος με την ομάδα 4x100 μ. (Λώλος, Κόρμαλης, Γεωργόπουλος) με 41.7 δευτ., 5ος στα 200 μ. με 22.1 δευτ., και 6ος στα 100 μ. με 11.0 δευτ., ενώ την επόμενη -ολυμπιακή- χρονιά, στους Βαλκανικούς της Αθήνας 2ος Βαλκανιονίκης στα 4x100 με 42.0 δευτ., 3ος στα 200 μ. με 22.0 δευτ. και 2ος στα 100 μ. με 10.7 δευτ. Για την επιτυχία του αυτή ο Τύπος έγραψε... «100 Μ. ΑΝΔΡΩΝ ΠΡΟΚΡΙΜΑΤΙΚΟΣ Τις δύο προκριματικές κούρσες

των 100 μ. εκέρδισαν οι Κομητούδης την α' σειράν με 10.8 και ο Γεωργόπουλος την β' σειρά με 10.6. Κατά την α' σειρά έπνεε βοηθητικός άνεμος ταχύτητος 1.07 (εντός του ορίου) ενώ στην β' σειρά έπνεε βοηθητικός άνεμος ταχύτητος 2.02 (άνω του επιτρε­πομένου ορίου). Τα λεπτομερή αποτελέσματα έχουν ως ακολούθως: ΣΕΙΡΑ Α' Κομητούδης (Ε) 10.8 Λόργκερ (Γ) 10.9 Μάνεφ (Β) 10.9 Οννούρ (Τ) 11.3 Κίνσεσες 11.9 ΣΕΙΡΑ Β' Γεωργόπουλος (Ε) 10.6 Μπατσβάρωφ (Β) 10.6 Γκλουκ (Γ) 10.9 Μάγκντας (Ρ) Π.ΟΣεκκίνερ(Τ) 11.5.

Η διπλή ελληνική επιτυχία στον προκριματικό των 100 μ. εδημιούργησε ένα κύμα αισιοδοξίας στους φιλάθλους μας. Δίκαια λοιπόν ανέμενον τον τελικό του αγωνίσματος με μεγάλη αγωνία, ενώ ένα ερω­τηματικό πλανιόταν στα χείλη τους: Τι θα κάνουν οι Έλληνες; Θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις δύο πρώτες θέσεις; Επιτέλους ήρθε η στιγμή της διεξα­γωγής του τελικού. Ο αφέτης καλεί τους δρομείς να πάρουν θέση στην εκκίνηση. Στον πρώτο διάδρομο λαμβάνει θέσιν ο Γιουγκοσλάβος Γλουκ, στον δεύ­τερον ο Γεωργόπουλος, στον 3ον ο Μπατσβάρωφ, στον 4ον ο Λόργκερ στον 5ον ο Μάνιεφ (Βουλγ.) και στον έκτον ο Κομητούδης. Μετά από μίαν εσφαλμένην εκκίνησιν του Μπατσβάρωφ, την δεύ­τερη φορά οι δρομείς ξεκίνησαν σωστά κατά την κρίσιν του αφέτη. Οι Μπατσβάρωφ και Λόργκερ φάνηκε ότι ξέφυγαν λίγο. Ατυχία για τους αθλητάς μας. Περί τα 80 μ. ο Λόργκερ βρισκόταν μπροστά. Ο Γεωργόπουλος μέχρι τα 50 βρισκόταν τρίτος ενώ ο Κομητούδης ήτο λίγο πίσω και συνεχώς κέρδιζε έδαφος. Στήθος με στήθος, βήμα προς βήμα οι 6 δρομείς μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου προχω­ρούσαν όλο και πιο κοντά στο τέρμα. Δεν απέμεναν ακόμη παρά ελάχιστα μέτρα για τον τερματισμό. Λίγο ακόμη και το νήμα θα δεχόταν το στήθος του προπορευόμενου δρομέως. Όλα πλέον τελείωσαν. Σαν σίφουνας οι έξη δρομείς έπεσαν επάνω στο τέρμα. Από ό,τι μπορεί να διακρίνη κανείς, μέσα εις το πανδαιμόνιο, ο Λόργκερ ή ο Μπατσβάρωφ θα είναι ο νικητής. Οι δυό Έλληνες δρομείς βρέθη­καν στην μέση του γκρουπ. Ο Κομητούδης στο τέλος μπήκε περίφημα και φάνηκε ότι κέρδισε τον Γεωργόπουλο. Η κούρσα υπήρξε πράγματι συναρ­παστική. Όρθιοι οι φίλαθλοι ανέμενον με αγωνία το αποτέλεσμα της μάχης των 6 ταχύτερων δρομέ­ων των Βαλκανίων. Τα αποτελέσματα αργούν να ανακοινωθούν. Είναι φανερόν ότι οι κριταί δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη ακέραια, για να κατατά­ξουν τους δρομείς. Υπάρχει λοιπόν ανάγκη να συμβουλευθούν τον αδιάψευστο μάρτυρα: το φώτο-φίνις. Σε λίγο ο εκφωνητής αναγγέλλει τα τελικά αποτελέσματα: 1. Μπατσβάρωφ (Β) 10.7,2. Κομητούδης (Ε) 10.7, 3. Λόργκερ (Γ) 10.7,4. Γεωργόπουλος (Ε) 10.8,5. Γκλουκ (Γ) 10.8, 6. Μάνεφ (Β) 10.8 Αίσθησις στους φιλάθλους μας. Ο Κομητούδης δεύτερος! Το μπάσιμό του στα τελευ­ταία μέτρα υπήρξε πράγματι εκπληκτικό. Όχι μόνον τον Γεωργόπουλον, αλλά και αυτόν τον προπορευόμενον Λόργκερ κατώρθωσε να υποσκέλιση! Αν δεν είχε «κλέψει» ο Μπατσβάρωφ, λίγο εις την εκκίνησιν -ίσως ο αφέτης δεν θέλησε να τον ξαναγυρίση αφού τότε θα ήτο υποχρεωμένος πλέον και να τον αποκλείση αφού θα είχε δύο εσφαλμένας εκκινήσεις- ασφαλώς η νίκη δεν θα ξέφευγε από τον Έλληνα δρομέα. Και οι τρεις πρώτοι είχαν τον ίδιο χρόνο. Έπεσαν σχεδόν μαζί στο νήμα. Το φώτο-φίνις καθώρισε την σειράν ενός εκάστου. Αλλά και οι τρεις υπόλοιποι έπεσαν ταυτοχρόνως και πήραν όλοι χρόνον 10.8. Χάθηκε μια νίκη, αλλά οπωσδή­ποτε άρχισε από χθες το βράδυ να ανατέλη το άστρο ενός νέου δρομέως μας στις ταχύτητες: του Γιάννη Κομητούδη...»

Αλλά και η γλαφυρότητα της αφήγησης από τον ίδιο αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη: «— Έχω πολλές αξέχαστες στιγμές, τα 4x100 στη Ρώμη, τους Βαλκανικούς Αγώνες το 1960 στην Αθήνα, το 10 7 / 10 στα 100 μ. όπου ήμουν δεύτερος, ο νικητής κέρδισε με τη συμμετοχή του αφέτη. Είχε δύο λανθασμένες εκκινήσεις και τον άφησε να φύγει. Έφυγα τελευταίος. Δεν το ξεχνώ, έχασα πρώτη νίκη και... ρεκόρ. Στα 200 μ. ήμουν δεύτερος [σ.σ. ο Κομητούδης, αν και σημείωσε ίδιο χρόνο -22.0- με το Γιουγκοσλάβο Ντανίλοβιτς, τελικά κατατάχτηκε τρίτος]. Στο τέρμα ο Ρουμάνος αθλη­τής [σ.σ. ο Μάγκντας, ο οποίος ακυρώθηκε] έπεσε και για να τον αποφύγω, έχασα και πάλι. Αλλη μία ατυχία. Στα 4x100 ήρθαμε δεύτεροι εξαιτίας του Νίκου Γεωργόπουλου που ήταν αδιάθετος. Πήρε τη σκυτάλη πέντε μέτρα μπροστά αλλά δεν τα κατάφε­ρε. Έκαμα και τριπλούν διότι ο Κ. Σφήκας αδιαθέ­τησε. Έδωσα στους Βαλκανικούς του 1960 16 βαθ­μούς. Σπάνιο σε Έλληνα αθλητή και σε Βαλκανι­κούς. Τότε οι Γιουγκοσλάβοι, οι Ρουμάνοι, οι Βούλγαροι ήταν τρομεροί αθλητές, αλλά δεν τους φοβήθηκα ποτέ. Και πολλές φορές στις πατρίδες τους κάνανε... ζαβολιές και μας αδικούσανε. Ήτανε τότε το Ανατολικό μπλοκ που έπρεπε να κερδίζει, να διακρίνονται. Παίρνανε προαγωγές, ήταν όλοι τους... στρατεύσιμοι -έτσι νόμιζα και νομίζω-».

 

Ο Γιάννης Κομητούδης τον Οκτώβριο τον 2007 στο Εθνικό στάδιο Σερρών, με φόντο τους Ολυμπιακούς Κύκλους.

 

Η ομάδα 4x100 μ. (όπως τονίζει ο Γιάννης, η σκυ­τάλη ήταν το κάτι άλλο· είχαμε συνοχή, γνωριζόμα­σταν, ήμασταν ένα σώμα, μια ψυχή. Τα παιδιά, Γ. Κομητούδης, Κ. Λώλος, Λ. Κόρμαλης -απεβίωσε πριν από λίγα χρόνια-, Ν. Γεωργόπουλος, όλοι του ΠΑΟ, είχαμε γρήγορες και τέλειες αλλαγές. Όταν είχα τη σκυτάλη τα πόδια μου, το σώμα μου, δεν ακούμπαγαν στο χώμα· το ίδιο και οι συναθλητές μου...) προκρίθηκε πανάξια και με το σπαθί της για τη Ρώμη, που ήταν και η οικοδέσποινα των Αγώνων της 17ης Ολυμπιάδας, 25 Αυγούστου-11 Σεπτεμβρίου 1960...

Η σκυταλοδρομία 4x100 διεξήχθη την Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου στο Ολυμπιακό στάδιο που διέθετε έξι κουλουάρ· οι προκριματικοί -σε τέσσερις σειρές-άρχισαν στις 4.10 το απόγευμα (μετεωρολογικές συνθήκες: υγρασία 38.1%, θερμοκρασία 28.5 βαθμοί C, που στη διάρκεια της μιας ώρας του αγώνα έγι­ναν 50.2% και 26 βαθμοί C, αντίστοιχα). Η ελληνι­κή ομάδα (Ιωάννης Κομητούδης, Κωνσταντίνος Λώλος, Λεωνίδας Κόρμαλης, Νικόλαος Γεωργόπουλος) -αθλητές του Παναθηναϊκού Α.Ο.-υπό τις οδηγίες του Όττο Σίμιτσεκ και του Μιχάλη Μητροφάνη -«δεξί χέρι» του Σίμιτσεκ και «πρώτος» του βοηθός στην εθνική ομάδα στίβου-, αγωνίστηκε στην γ' σειρά και με επίδοση 41.6 δευτ. κατέλαβε τη 2η θέση, που της έδωσε το εισιτήριο για τους ημιτελικούς! Πρώτη ήταν η Γερμανία, που με 39.5 δευτ. ισοφάρισε το παγκόσμιο και ολυμπιακό ρεκόρ... Την επομένη, Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου, ώρα 15.15 (μετεωρολογικές συνθήκες: υγρασία 47.9%, θερμοκρασία 28.9 βαθμοί C, που στη διάρκεια της μιας ώρας του αγώνα έγιναν 54.2% και 27.5 βαθμοί C, αντίστοιχα), έγιναν οι ημιτελικοί, όπου η ομάδα μας τερμάτισε με 41.7 δευτ. στην πέμπτη θέση της β' σειράς, ολοκληρώνοντας με τον καλύτερο τρόπο την ολυμπιακή της παρουσία. Ο Γιάννης θυμάται: «Φτάσαμε μέχρι τα ημιτελικά. Ήμαστε οι μόνοι που φανήκαμε. Ήμουν άτυχος, δε με δήλωσαν στα 100 μ. ή τα 200 μ. Στη Ρώμη οι αφέτες έκαναν προ­πόνηση μαζί μου, διότι είχα πολύ εκρηκτική εκκίνη­ση. Την εποχή εκείνη έκανα 6" 6 στα 60 μ., ήμουν γύρω στα 10" 5 στα 100 μ. με παγκόσμιο ρεκόρ 10" 2. Ολυμπιακοί Αγώνες... Ήταν κάτι που δεν θα 'θελες να τελειώσει ποτέ. Ατμόσφαιρα ηλεκτρισμέ­νη, αγωνιώδης, ενθουσιασμός, υπερηφάνεια. Κερδί­σαμε Πολωνούς, Ιάπωνες, Γάλλους... Μόνο οι Ρώσοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ιταλοί μας υποσκέ­λισαν. Εάν υπήρχαν 8 διάδρομοι (κουλουάρ) θα τρέχαμε στον τελικό. Πάλι... ατυχία». Και να μη ξεχνάμε βέβαια πως αναδείχθηκε στα 100 μ., πανελληνιονίκης το 1962 και το 1963 με επίδοση 10.9 δευτ. και 4ος στους Μεσογειακούς του 1963 (Νάπολι) με 11.0 δευτ. στα 200 μ., 3ος βαλκανιονίκης το 1962 (Άγκυρα) με 22.0 δευτ., ενώ στους Μεσογειακούς του 1963 4ος στον προκριματικό με 22.3 δευτ. στα 4x100 μ., στους βαλκανικούς του 1958 (Σόφια) 3ος με 42.3 δευτ., του 1964 (Βουκουρέστι) 3ος με 41.6 δευτ., στους Μεσογειακούς του 1963 4ος (Γεωργόπουλος, Κόρμαλης, Λώλος, Κομητούδης) με 41.5 δευτ., η ίδια ομάδα ισοφάρισε το δικό της πανελλήνιο ρεκόρ (41.4 δευτ.) το 1963 στη Σόφια και ο σύλλογος τους, Π.Α.Ο., μονοπώλησε τις πρω­τιές στα πανελλήνια πρωταθλήματα 1958, 1959, 1960, 1961, 1963, 1964, 1965! Η φύση προίκισε απλόχερα το Γιάννη μ' ένα σωρό χαρίσματα. Δεν είχε μόνο το σπάνιο ταλέντο στον αθλητισμό αλλά διακρινόταν εξίσου και στη ζωγραφική· εξάλλου από το 1967 ζει στον Καναδά και δημιουργεί ως ζωγράφος, γνωστός στο χώρο της τέχνης ως John Greco. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στα παιδικά του χρόνια. «Δεκατεσσάρων ετών πήγε στο φημισμένο μοναστή­ρι του Αγίου Παντελεήμονα, στο Άγιο Όρος, όπου σπούδασε δυο χρόνια τέχνη, μαθαίνοντας συγχρό­νως και τα μυστικά του μοναστηριού. Το 1943, στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου τον βρήκε τραγωδία· οι Γερμανοί συνέλαβαν τον ίδιο και τον πατέρα του. Ενώ κι οι δυο τους περίμεναν να μετα­φερθούν σε κάποιο στρατόπεδο αιχμαλώτων, ένας Γερμανός στρατηγός παρατήρησε το Γιάννη που έκανε ένα σκίτσο του αυτοκινήτου του και εντυπω­σιάστηκε τόσο πολύ που τους χάρισε την ελευθερία τους και τους επέτρεψε να επιστρέψουν στο σπίτι τους!»

Και μια άλλη πτυχή της προσωπικότητας του: «Αξίζει να σας μιλήσω για το 1960, όταν έλαβα την ολυμπιακή δάδα έξω από το στάδιο, σβήσανε τα φώτα, εγώ με άσπρη αθλητική ενδυμασία και βαμ­μένος με χρυσόσκονη, φωσφόριζα: εξήντα χιλιάδες κόσμος επευφημούσε, χειροκρόταγε και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος -τότε- περίμενε να του παραδώσω τη δάδα για να ανάψει τη φλόγα στον ολυμπιακό βωμό που ήταν στο κέντρο του Σταδίου. Ήταν δύσκολα χρόνια και με είχαν εμπιστοσύνη. Πρόσεχα τα γράμματα μου, τον αθλητισμό μου, τη ζωγραφική μου. Με την κοπέλα [σ.σ. Ελένη Κόλλια] που παντρεύτηκα (29 Δεκεμβρίου 1963) πηγαίναμε στις ελεύθερες ώρες θάλασσα και βουνό, το οποίο ακόμη και τώρα το συνεχίζουμε. Ήμουν και είμαι φυσιολάτρης. Μία λεπτομέρεια: το χειμώ­να και αρχές ανοίξεως γυμναζόμουνα στο ύπαιθρο, στο υψόμετρο και θάλασσα (αμμουδιά). Η διατρο­φή μου ήταν θαλασσινή και γαλακτοκομικά. Δεν κάπνισα ποτέ και κοιμόμουν πολύ νωρίς. Ξύπναγα έξι το πρωί, όπως και τώρα, το συνεχίζω. Πριν πέντε χρόνια στο Σιάτλ (ΗΠΑ) έκαμα 7 8 / 10 στα 60 μ. σε κλειστό».

Ποιους αθλητές θαύμαζε: «Πρώτον αθλητή, τον Ντα Σίλβα, τριπλουνίστα από τη Βραζιλία και τον Έλληνα Νίκο Γεωργόπουλο, που έγινε συναθλητής μου στα 100 μ., στα 200 μ., στα 4x100 μ. και αρκε­τές φορές στα 4x400 μ.»

Τι σημαίνει για το Γιάννη Κομητούδη «συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες»... «Είναι το όνειρο όσων αθλούνται να πάρουν μέρος στους Ολυμπιακούς. Οι Αγώνες αυτοί δίνουν το αίσθημα της υπεροχής, της δυνάμεως, της αρετής, της καλλιέργειας της ψυχής και του πνεύματος. Κι αυτά τα αισθήματα πρέπει να μένουν στον αθλητή και να τα μεταφέρει στη νέα γενιά. Αντάμωσα άτομα που όταν μάθανε ότι έλαβα μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες θέλανε να μ' αγγίξουνε, να μ' αγκαλιάσουνε, να τους πω το αίσθημα των αγώνων. Ακόμη και τώρα δίνω... αυτόγραφα. Η βιο­γραφία μου, που έχω στα έργα τέχνης μου, τους λέει αρκε­τά από τη ζωή μου!»

 

Η προσπάθεια είναι πετυχημένη και η χαρά που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο τον Γιάννη Τσιντσάρη, δικαιολογημένη!

 

 

Αντώνης Αρβανιτίδης: Ο δάσκαλος της Άρσης Βαρών για τον Τσιντσάρη και τον Ηλιούδη

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Φυσικής Αγωγής Αντώνης Αρβανιτίδης γεννήθηκε στα Σέρρας στις 13 Δεκεμβρίου 1946. Είναι ο άνθρωπος που ανέδειξε τους αρσιβαρίστες Γιάννη Τσιντσάρη και Ιορδάνη Ηλιούδη και τους ξέρει τόσο καλά όσο ελάχιστοι... Γυρίζει το χρόνο τριάντα δύο χρόνια πίσω και μας εξιστορεί... «Το 1976 ιδρύεται με πρωτοβουλία του αείμνηστου Μάνου Εμμανουηλίδη ο Α.Ο. Σερρών από καθηγητές Φυσικής Αγωγής οι οποίοι ήταν προπονητές όλων των αθλημάτων εκτός ποδοσφαίρου. Σε μένα δόθηκε η άρση βαρών -το λεγόμενο άθλημα των δυνατών, γιατί η φύση, οι δυσκολίες και οι απαιτήσεις του είναι τέτοιες που χωρίς τη φυσική δύναμη δεν μπορείς να έχεις διακρίσεις· φυσικά χρειάζονται και άλλα προσό­ντα, όπως ευκαμψία, ευλυγισία, ρυθμός στην κίνη­ση και αγωνιστικό θάρρος, όμως η δύναμη αποτε­λεί το βασικό προσόν- που μέχρι τότε δεν είχε καμία παράδοση και εμπειρία στην πόλη μας. Ο Γιάννης και ο Ιορδάνης ήταν από τους πρώτους αθλητές που πλαισίωσαν το τμήμα αυτό και διακρί­νονταν για τα φυσικά τους προσόντα. Ήμουν ο πρώτος προπονητής που τους μύησε στα μυστικά του αθλήματος, αρκεί να αναφέρω ότι ο Ηλιούδης όταν ήρθε στο γυμναστήριο ήταν δεκαπέντε χρόνων και ο Τσιντσάρης δεκαέξι. Και οι δυο τους ήταν ταλέντα έχοντας γονίδια διεθνών προδιαγραφών, όμως διακρίνονταν και για τον καλό χαρακτήρα, την εργατικότητα και τη συνέπεια τους. Αυτοί απο­τέλεσαν τον κορμό και το παράδειγμα προς μίμηση για το μέλλον του τμήματος που είχε πολλές δια­κρίσεις στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Πώς δέχθη­κα την είδηση ότι συμπεριλήφθηκαν στην ολυμπια­κή ομάδα; Υπερβολικά χαρούμενος και δικαιωμέ­νος για τον κόπο και τις επιλογές μου!»

 

Τσιντσάρης και Ηλιούδης: Το βάρος σε... καλά χέρια!

 

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ της 23ης Ολυμπιάδας (28 Ιουλί­ου-12 Αυγούστου 1984) διοργανώθηκαν από την πόλη του Λος Αντζελες (ΗΠΑ)·εκεί τα Σέρρας είχαν... δυνατή παρουσία. Το βάρος έπεσε... στις πλάτες δύο αρσιβαριστών, του Γιάννη Τσιντσάρη και του Ιορδάνη Ηλιούδη. Η άρση βαρών «φιλοξενήθηκε» στο Albert Gersten Pavillion του Loyola Marymoynd University στο Westchester. Ο Ιωάννης Τσιντσάρης γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1962 στα Σέρρας. Με την άρση βαρών «άρχισα να ασχολούμαι εντελώς τυχαία... το 1977 στον Α.Ο. Σερρών με προπονητή τον Αντώνη Αρβανιτίδη, λέει· πέρασα πιο μπροστά από αρκετά αθλή­ματα και τελικά με κέρδισε η άρση βαρών. Δεν την διάλεξα εγώ, αυτή με διάλεξε, ήμουν γεννημένος για αρσιβαρίστας».

Μετά από αγώνες πρόκρισης και πιάνοντας τα όρια της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων πήρε το διαβατή­ριο για το Λος Άντζελες, «το αποκορύφωμα της αθλητικής καριέρας, όχι μόνο το δικό μου αλλά και όλων των πρωταθλητών», και «αισθάνθηκα πολύ μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, γιατί οι κόποι τεσ­σάρων ετών δεν πήγαν χαμένοι, θυμάται... στην προετοιμασία δεν άλλαξε τίποτε επειδή ήταν Ολυμπιακοί Αγώνες, απλά ήμουν πιο προσεκτικός στις κινήσεις μου, στον ύπνο μου, στη διατροφή μου... ήθελα να είμαι πιο ήρεμος, πιο χαλαρός, να διώξω το άγχος, το οποίο είναι φυσικό να υπάρχει πριν από κάθε μεγάλη διοργάνωση». Ο Γιάννης -με προπονητή τον Πολωνό Κλέμενς Ρογκούσκι- αγωνίστηκε στις 8 Αυγούστου, ώρα 18.00 «σ' ένα γήπεδο κατάμεστο, η ατμόσφαιρα ήταν μπορώ να πω εορταστική, σαν ένα μεγάλο πανηγύρι· ήμουν ευτυχής, πετούσα εκείνες τις στιγ­μές, ήταν σα να μην ήμουν στη γη...» στην κατηγο­ρία υπερβαρέων βαρών (+110 κιλών) με οκτώ ακόμη αθλητές (όλοι στο Α' γκρουπ). Είχε σωματι­κό βάρος 130.55 κιλά και άρχισε με την κίνηση του αρασέ, όπου απέτυχε στην πρώτη προσπάθεια στα 155 κιλά, στη δεύτερη όμως... πέτυχε και στην τρίτη, σηκώνοντας 162,5 κατατάχτηκε 5ος. Συνέχισε με το ζετέ και στην πρώτη προσπάθεια σήκωσε 185 κιλά, στη δεύτερη και στην τρίτη απέτυ­χε στα 200 και κατατάχτηκε έκτος. Στην τελική κατάταξη ήταν 4ος με (162,5+185) 347,5 κιλά. Στα αξιοσημείωτα του αγώνα μια αποχώρηση λόγω τραυματισμού και αποκλεισμός δύο αθλητών που βρέθηκαν ντοπαρισμένοι. Όμως, ο Γιάννης Τσιντσάρης δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες, δε σταμάτησε να επιδιώκει το καλύτε­ρο. Ακολούθησε εξίσου συνεπή προετοιμασία και σκληρή δουλειά, και τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν ξανάπιασε τα όρια και τέσσερα χρόνια αργότερα συμπεριλήφθηκε στην ολυμπιακή απο­στολή για τη Σεούλ. Με προπονητή κι αυτή τη φορά τον Κλέμενς Ρογκούσκι ταξίδεψε στην άκρη της Ασίας με τη φιλοδοξία και την ελπίδα να εκπροσω­πήσει το ίδιο ή και καλύτερα τη χώρα μας και να χαρίσει -γιατί όχι- και ένα μετάλλιο, που σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής επιδόσεις του «ήταν στα μέτρα του». Η 29η Σεπτεμβρίου ήταν η ημέρα του αγώνα... Ο Γιάννης, που είχε συμπεριληφθεί στο Α' γκρουπ της κατηγορίας των +110 κιλών με άλλους οκτώ αθλητές (ισάριθμους περιλάμβανε το Β' γκρουπ), ζυγίστηκε (131.55 κιλά), άρχισε την προθέρμανση και σε κάποια στιγμή... γεύτηκε τη μεγαλύτερη πίκρα στην αθλητική του σταδιοδρομία· ένας τραυ­ματισμός στον ώμο στάθηκε αξεπέραστο εμπόδιο και του στέρησε τη χαρά της συμμετοχής και της (σχεδόν βέβαιης) διάκρισης. Από την πολύχρονη λαμπρή διεθνή παρουσία του σταχυολογούμε:

1980, πανευρωπαϊκό εφήβων στο Σαν Μαρίνο, 6ος

1981, παγκόσμιο & πανευρωπαϊκό εφήβων στο Λινιάνο / Ιταλία (7ος και 5ος, αντίστοιχα)

1981, παγκόσμιο & πανευρωπαϊκό στη Λιλ / Γαλλία (335.0 κιλά, 8ος και 6ος, αντίστοιχα)

1982, πανευρωπαϊκό εφήβων στο Χάσκοβο / Βουλγαρία, 4ος (την ίδια χρονιά οι οικονομικές δυσκο­λίες της Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών του στέρησαν τη συμμετοχή στο παγκόσμιο πρωτάθλημα εφήβων -Βραζιλία- και ένα σχεδόν βέβαιο μετάλλιο. Τότε ήταν ο τρίτος καλύτερος αθλητής του κόσμου, στην κατηγορία του)

1984, πανευρωπαϊκό στο Βιττόριο / Ιταλία, 7ος

1985, παγκόσμιο στο Soedertaelje / Σουηδία (355.0 κιλά, 9ος)

1988, πανευρωπαϊκό στο Κάρντιφ / Ουαλία, 8ος

1990, παγκόσμιο στη Βουδαπέστη (335.0 κιλά, 10ος)

1991, πανευρωπαϊκό στο Wladyslawowo / Πολωνία (355.0 κιλά, 12ος)

1992, πανευρωπαϊκό στο Szekszard / Ουγγαρία (335.0 κιλά, 10ος),

τα πρωταθλήματα ΕΟΚ (τρεις φορές πρώτος, εννιά χρυσά μετάλλια), τους Μεσογειακούς του 1983 στην Καζαμπλάνκα (Μαρόκο) 1ος στο αρασέ με 170.0 κιλά, 4ος στο ζετέ με 200.0 κιλά & 1ος στο σύνολο με 370.0 κιλά, του 1987 στη Λατάκια (Συρία) 2ος στο αρασέ με 167.5 κιλά, 1ος στο ζετέ με 202.5 κιλά & 1ος στο σύνολο με 370.0 κιλά, του 1991 στην Αθήνα 1ος στο αρασέ με 162.5 κιλά, 2ος στο ζετέ με 190.0 κιλά & 2ος στο σύνολο με 352.5 κιλά, πάντα στην κατηγο­ρία των +110 κιλών, τους Βαλκανικούς (τρεις φορές πρώτος, εννιά χρυσά μετάλλια). Ο Γιάννης αναδείχθηκε, ακόμη, δέκα φορές πρωτα­θλητής Ελλάδος και ισάριθμες Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ κατέρριψε εκατόν επτά φορές το πανελλήνιο ρεκόρ εφήβων και ανδρών. Το 1982 βραβεύτηκε από τον ΠΣΑΤ ως ο καλύτερος έφηβος αθλητής της χρονιάς και τον επόμενο χρόνο (1983) η άρση βαρών ανακηρύχτηκε, πάλι από τον ΠΣΑΤ, ως το άθλημα της χρονιάς. Αν και είχε προτάσεις να πάει σε άλλους συλλό­γους παρέμεινε σ' όλη του την αθλητική πορεία στον Α.Ο.Σ. «από αγάπη στο σύλλογο και την πόλη του». Το 1993 αποχώρησε λόγω τραυματισμού από την ενεργό δράση και από το 1996 συνεχίζει την ενασχόληση του με το άθλημα που τόσο αγάπησε και τίμησε, και του πρόσφερε «όνομα, επαγγελματι­κή αποκατάσταση και αναγνώριση» από τη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή στο κλιμάκιο Σερρών. Τονίζει πως στην αθλητική του διαδρομή τον βοήθησαν οι γονείς του, οι προπονητές του, η Ομοσπονδία και πάνω απ' όλα «ο Κύριος μου και Θεός μου» και συμβουλεύει τα νέα παιδιά να ασχο­ληθούν με τον αθλητισμό γενικότερα και αν στην πορεία εξελιχθούν σε κάτι καλό ή είναι ταλέντα σε κάποιο αγώνισμα, να ασχοληθούν και με τον πρω­ταθλητισμό. Το μυστικό της επιτυχίας; «Όλα μαζί συντελούν... η δύναμη, η τεχνική, το ταλέντο, η υπο­μονή, η εργατικότητα, η πειθαρχία και ειδικότερα το πάθος και η θέληση για επιτυχία!»

 

Με άψογο στιλ ο Ιορδάνης Ηλιούδης κρατάει την μπάρα ψηλά...

 

Ο Ιορδάνης Ηλιούδης γεννήθηκε στο Ψυχικό Σερρών στις 26 Φεβρουαρίου 1961. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μ' άρεσε ο αθλητισμός, λέει. Σε ηλικία οκτώ χρονών έβλεπα το θείο μου να ασχολείται με τα βάρη· σιγά σιγά άρχισε και μένα να μ' ενδιαφέρει αυτό το άθλημα -επειδή ήταν το άθλημα των δυνατών- και έτσι στα δεκαέξι μου ξεκίνησα πλέον συστηματικά την προπόνηση στον Α.Ο. Σερρών με προπονητή τον Αντώνη Αρβανιτίδη. Είκοσι χρονών κλήθηκα στην εθνική ομάδα· στην Αθήνα προπονητής της εθνικής ήταν ο Πολωνός Κλέμενς Ρογκούσκι. Θα μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου, όταν το 1983 στους Βαλκανικούς αγώνες, στη Θεσσαλονίκη, πήρα την πρώτη θέση στην κίνηση του ζετέ στην κατηγορία των 75 κιλών κάνοντας μάλιστα και βαλκανικό ρεκόρ». Την ίδια χρονιά, στους Μεσογειακούς της Καζαμπλάνκα (Μαρόκο), ήταν 9ος στο αρασέ με 125.0 κιλά, 6ος στο ζετέ με 165.0 κιλά και έκτος στο σύνολο με 290.0 κιλά, στην κατηγορία των 75 κιλών.

Οι θαυμάσιες εμφανίσεις και οι διακρίσεις του ήταν το διαβατήριο για το Λος Άντζελες... «Αισθάνθηκα δικαίωση γιατί μετά από χρόνια σκληρής προπόνησης κατάφερα να πάρω το εισιτή­ριο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες· την κορυφαία στιγμή για έναν αθλητή. Η προετοιμασία ήταν πάντα το ίδιο σκληρή και επίπονη, είχαμε μεγάλες φιλοδοξίες για ένα καλό αποτέλεσμα». Στις 2 Αυγούστου, ώρα 18.00, διεξήχθη η κατηγορία των 75 κιλών, όπου πήραν μέρος συνολικά 21 αθλητές σε δύο γκρουπ (9 στο Α’ & 12 στο Β’)· ο Ιορδάνης, που αγωνίστηκε στο δεύτερο και είχε σωματικό βάρος 74.80 κιλά, ξαναζωντανεύει εκείνες τις στιγ­μές... «Είχα αγωνία για τη θέση που θα πάρω και ένιωθα υπεύθυνος, γιατί ήθελα να τιμήσω τη χώρα μου με μια καλή θέση». Άρχισε με την κίνηση του αρασέ, όπου σήκωσε στην πρώτη προσπάθεια 125.0 κιλά, στη δεύτερη 130.0 κιλά, όμως απέτυχε στην τρίτη (132,5) και κατατάχτηκε 18ος συνέχισε στο ζετέ σηκώνοντας στην πρώτη προσπάθεια 170.0 κιλά, στη δεύτερη απέτυχε στα 175.0, κάτι όμως που... πέτυχε στην τρίτη και κατατάχτηκε όγδοος. Στην τελική κατάταξη ήταν 13ος με (130.0+175.0) 305.0 κιλά και επέστρεψε στην Ελλάδα «έχοντας τις καλύτερες αναμνήσεις από τις 22 μέρες που έμεινε στο Ολυμπιακό Χωριό»..

Ο Ιορδάνης Ηλιούδης, που άρχισε και τελείωσε την καριέρα του στον Α.Ο. Σερρών, οφείλει πολλά στους γονείς και τους προπονητές του (Αντώνη Αρβανιτίδη και Κλέμενς Ρογκούσκι) και συμβου­λεύει τα νέα παιδιά να στραφούν στον αθλητισμό. Εξάλλου και ο γιος του, Χιονάς, ακολουθεί το παράδειγμα του. Πώς θα ξαναδούμε ντρημ τημ; «Λίγο δύσκολο να επαναληφθεί και στο μέλλον. Όμως, αν οι αθλητές και οι προπονητές εργαστούν σωστά, ο καθένας στον τομέα του, τότε σίγουρα θα έχουμε καλά αποτελέσματα». Ο Ιορδάνης «γεμίζει» τον ελεύθερο χρόνο του με πεζοπορία και ταξίδια. Επιστρέφοντας στα χρόνια που... ήταν κάτω από την μπάρα, θυμάται δύο σοβιετικούς πρωταθλητές, που θαύμαζε, το Γιουρίκ Βαρντανιάν και τον Νταβίντ Ρίγκερτ...

 

Σέρρας: Πρωτοπορία στη συγχρονισμένη κολύμβηση

 

Το 1987 ο Μ.Γ.Σ. Πανσερραϊκός προσλαμβά­νει ως προπονητή για το κολυμβητικό του τμήμα τον Γάλλο Ντενί Ροτ. Η σύζυγος του, Ιζαμπέλ, απευθύνεται στους υπευθύνους του σερραϊκού συλλόγου... «Μπορώ να πάρω κάποια κορι­τσάκια της κολύμβησης να τα μάθω να χορεύουν στο νερό;» Η απάντηση που παίρνει είναι θετική και διαλέγει μερικές αθλήτριες με σωματότυπο κατάλληλο για τη συγχρονική (όπως λεγόταν τότε) κολύμβηση. Έτσι ιδρύεται το -πρώτο στην Ελλάδα-τμήμα συγχρονισμένης κολύμβησης· τα κορίτσια -Δέσποινα Θεοδωρίδου, Στέλλα Γλύστρα, Πασχαλία Μπάρμπα, Βασιλική (Βίκυ) Ιωαννίδου, Σουλτάνα (Τάνια) Πουλιού, Ειρήνη Καλούδη- αποτελούν την πρώτη ελληνική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβη­σης! Δυο χρόνια αργότερα έρχεται στα Σέρρας η εθνική Βουλγαρίας και γίνεται η πρώτη επίδειξη. Το καινούριο αυτό άθλημα δίνει τα διαπιστευτήρια του και αγκαλιάζεται από το κοινό με θέρμη και ενθουσιασμό. Το 1990 είναι η χρονιά των εντυπω­σιακών εξελίξεων. Μια νέα συνάντηση, και με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας, επιβεβαιώνει το ενδια­φέρον αλλά και την πρόοδο που σημειώνεται, η Ελληνική Κολυμβητική Ομοσπονδία με απόφαση της καθιερώνει επίσημα τη συγχρονισμένη κολύμ­βηση, δημιουργεί κλιμάκιο συγχρονισμένης στην Αθήνα με αθλήτριες συλλόγων της πρωτεύουσας και προπονήτρια τη Λιλέτα Χαιροπούλου, ζητά από τον Πανσερραϊκό να εκπροσωπήσει τη χώρα μας σε διεθνές μίτινγκ στη Σόφια, διοργανώνει το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα στην Αθήνα, 27-29 Ιουλίου.

«Πλούσιο θέαμα πρόσφεραν στους λίγους — δυστυχώς— θεατές οι αθλήτριες της συγχρονισμέ­νης κολύμβησης κατά τη διάρκεια του Ά Πανελλήνιου πρωταθλήματος, που ολοκληρώθηκε στο Ολυμπιακό κολυμβητήριο. Την παράσταση έκλεψαν τα κορίτσια του Πανσερραϊκού και του Βόλου, η Γαβριήλ του Ηλυσιακού, η Θηβαίου και η Χρυσοχού του Αρίωνα Γλυφάδας, η Θεοδωρίδου και η Γλύστρα του Πανσερραϊκού. Στους αγώνες έλαβαν μέρος 55 αθλήτριες από 20 συλλόγους που προέρχονταν από 6 γεωγραφικά γκρουπ. Το 15ο έτος ήταν το όριο ηλικίας για το διαχωρισμό των αθλητριών στην Ά και στη Β' κατηγορία. Οι σύλλο­γοι που εκπροσωπήθηκαν ήταν: ΕΓΣ Ολυμπιακός, Ηλυσιακός, Αιγάλεω, ΠΑΟ, Αργυρούπολη, Αρίων Γλυφάδας, Π.Γ.Σ., ΠΑΟΚ, ΟΦΘ, Ηρακλής, Άλμπατρος, ΝΟΒΑ, ΟΕΑΝΑΒ, Ολυμπιακός Βόλου, Πανσερραϊκός, Δίας Ιωαννίνων, Ελευθέριος Βενιζέλος Χανίων».

 

Η συγχρονισμένη κολύμβηση έκανε τα πρώτα της δειλά βήματα στην πόλη μας. Μάγεψε τα κορίτσια, που την αγκάλιασαν με ενθουσιασμό και δεν άργησαν να δημιουργήσουν την πρώτη ομάδα. Πρωτοπόρες - μικρά παιδιά τότε- οι: Πασχαλιά Μπάρμπα, Ειρήνη Καλούδη,Βίκυ Ιωαννίδου, Στέλλα Γλύστρα, Τάνια Πουλιού, Δέσποινα Θεοδωρίδον, όπως τις απαθανάτισε ο φακός στις 30 Απριλίου 1992

 

Στην Α' κατηγορία, στο σόλο, τις τρεις πρώτες θέσεις κατέλαβαν οι Γαβριήλ (Ηλυσιακός) 75.94 βαθμοί, Αυγέρη (ΠΑΟΚ) 73.27, Ελένη Οικονομίδου (ΝΟΒΑ) 72.40, στο ντουέτο οι Μαρία Θηβαίου / Ελισάβετ (Ελίζα) Χρυσοχού (Αρίων Γλυφάδας) 76.34, Οικονομίδου  /  Βαλαμουτοπούλου (ΝΟΒΑ) 72.14, Τσομπανοπούλου  /  Σάββα (Ολυμπια­κός Βόλου) 66.86 και στη Β' κατηγορία, στο σόλο, Γλύστρα (Πανσερραϊκός) 78.70, Μαρία Δαβράνου (ΑΝΟ Αργυρούπολης) 78.36, Χαζίρη (Ελευθέριος Βενιζέλος) 77.72, στο ντουέτο οι Θεοδωρίδου / Γλύστρα (Πανσερραϊκός) 73.89, Ιωαννίδου / Καλούδη (Πανσερραϊκός) 72.43, Ελένη Νικολακοπούλου / Ντίντζου (Πανελλήνιος) 71.54 και στο ομαδικό -Α' και Β' κατηγορίας- Πανσερραϊκός 73.79 (οι αθλήτριες της κυρίας Ροτ ήταν ακόμη μικρές...), ΝΟΒΑ 67.78, Δίας Ιωαννίνων 56.32.

 

Με χάρη και αρμονία...

 

Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1978 στα Σέρρας. «Άρχισα το '87, λέει, όταν ο Πανσερραϊκός έφερε μια προπονήτρια που θα ξεκινούσε τμήμα συγχρονι­σμένης. Ήταν η Γαλλίδα Ιζαμπέλ Ροτ. Μου άρεσε σαν ιδέα ότι θα χορεύω μέσα στο νερό. Ήταν κάτι το άγνωστο για μένα και ήθελα να το δοκιμάσω. Από τότε αυτό το άθλημα με μάγεψε... Στα δεκαο­κτώ μου έφυγα στην Αθήνα και πήγα στον Α.Ο. Νηρέα Χαλανδρίου, ενώ τα τελευταία χρόνια ανήκω στον Πανελλήνιο Γ.Σ. Στην εθνική είχα προ­πονήτρια τη Ναταλία Ματσιούκ και αργότερα την Όλγα Βασιλτσένκο. Η αγαπημένη μου ήταν η Μαρτσέλα Μίχαλικ, που μας έκανε μπαλέτο...» Από το 1990 η Δέσποινα πρωταγωνιστεί στα πανελλήνια πρωταθλήματα και έτσι -την επόμενη χρονιά, 1991- παίρνει μέρος στο ευρωπαϊκό πρω­τάθλημα της Αθήνας (10η στο ομαδικό -132.493 βαθμοί- με τις Πασχαλιά Μπάρμπα, Στέλλα Γλύστρα, Βασιλική Ιωαννίδου, Ειρήνη Καλούδη, Σουλτάνα Πουλιού), συνεχίζει στην ίδια διοργάνω­ση το 1993 (στο Σέφιλντ της Αγγλίας) όπου είναι 12η στο ομαδικό με 148.596 βαθμούς (με τις Ελισά­βετ Χρυσοχού, Ελευθερία Μπαγοτοπούλου, Στέλλα Γλύστρα, Αυγέρη, Πασχαλιά Μπάρμπα, Ειρήνη Καλούδη, Βασιλική Ιωαννίδου), ενώ στο αντίστοι­χο νεανίδων, το 1994 στη Μόσχα, είναι 7η στο ομα­δικό, και ένα χρόνο αργότερα (παγκόσμιο νεανί­δων, 1995 Βόννη) 13η (78.966 βαθμοί) στο ντουέτο με την Πωλίνα-Κυριακή Ζιώγα, στην ίδια θέση στο ομαδικό (Αποστολία Ιωάννου, Σοφία Γκιβρέκη, Χριστίνα-Εύα Ανδρεαδάκη, Πωλίνα-Κυριακή Ζιώγα, Μαρία Χριστοδούλου, Ελευθερία Φτούλη, Ελευθερία Στροφύλα) με 78.123 βαθμούς και 16η στο σόλο (78.106 βαθμοί). Το 1998, στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του Περθ (Αυστραλία) κατατάσσεται 14η στο ντουέτο (με τη Χριστίνα Θαλασσινίδου) με 90.757 βαθμούς. Αδιάλειπτη είναι η παρουσία της και στα ευρωπαϊ­κά πρωταθλήματα το 1995, στη Βιέννη, καταλαμβά­νει στο ντουέτο (με την Αποστολία Ιωάννου) την 11η θέση με 85.780 βαθμούς, το 1997, στη Σεβίλλη, παίρνει με την Αποστολία Ιωάννου την 8η θέση στο ντουέτο (89.840 βαθμοί) και την 11η στο ομαδικό (με τις Αποστολία Ιωάννου, Ελευθερία Φτούλη, Μαρία Χριστοδούλου, Χριστίνα-Εύα Ανδρεαδάκη, Παντελίτσα Σαββίδου, Ειρήνη Παπακωνσταντοπούλου, Ελευθερία Στροφύλα, Κωνσταντίνα Σκρέκη) με 88.200 βαθμούς, ενώ το 1999, στην Κωνσταντινούπολη, είναι 5η στο ντουέ­το με τη Χριστίνα Θαλασσινίδου (93.480 βαθμοί), και στην ίδια θέση στο ομαδικό (Χριστίνα Θαλασσινίδου, Μαρία Χριστοδούλου, Αποστολία Ιωάννου, Ελευθερία Φτούλη, Ειρήνη Παπακωνσταντοπούλου, Κωνσταντίνα Σκρέκη, Πωλίνα-Κυριακή Ζιώγα) με 93.760 βαθμούς. Το 2000, ολυμπιακή χρονιά, διεξάγεται στο Ελσίν­κι, 28 Ιουνίου-9 Ιουλίου, το 25ο ευρωπαϊκό πρωτά­θλημα υγρού στίβου, και η Δέσποινα κατακτά την 4η θέση στο ντουέτο (με τη Χριστίνα Θαλασσινίδου) με 93.560 βαθμούς και την 5η στο ομαδικό (Χριστίνα Θαλασσινίδου, Μαρία Χριστοδούλου, Αποστολία Ιωάννου, Ελευθερία Φτούλη, Ειρήνη Παπακωνσταντοπούλου, Κωνστα­ντίνα Σκρέκη, Όλγα Πελεκάνου) με 94.400 βαθ­μούς.

Τέλη Ιουλίου ακολουθεί το πανελλήνιο πρωτάθλη­μα συγχρονισμένης κολύμβησης στο κολυμβητήριο του ΟΑΚΑ με πρωταθλήτρια την ομάδα του Πανελληνίου (με 93.85 βαθμούς) ύστερα από μεγάλη μάχη με το δεύτερο Νηρέα Χαλανδρίου (91.59), και τρίτη την Αργυρούπολη με 85.85. Στο ντουέτο, το χρυσό μετάλλιο κατακτούν οι Θαλασσινίδου-Θεοδωρίδου του Νηρέα με 96.89, το ασημένιο οι Ιωάννου-Φτούλη του Πανελληνίου με 94.74 και το χάλκινο οι Σκρέκη-Παπακωνσταντοπούλου (επίσης του Πανελληνίου) με 92.67 βαθμούς. Την ίδια χρονιά, στους Αγώνες της 27ης Ολυμπιά­δας, Σίδνεϊ (Αυστραλία), 15 Σεπτεμβρίου-1 Οκτω­βρίου 2000, συμπληρώνεται ένας αιώνας γυναικεί­ας παρουσίας! Οι αριθμοί και τα ποσοστά μοιά­ζουν, ίσως, απίστευτα αν συγκριθούν με εκείνα του Παρισιού του 1900... Οι γυναίκες σε σύνολο 28 αθλημάτων είχαν συμμετοχή στα 25 (89.28%) και ισάριθμη στα ομαδικά αθλήματα (έξι), ενώ στα αγωνίσματα η αντιστοιχία ήταν 300 προς 132 (44%). Από τις 199 χώρες, οι 190 (95.47%) είχαν στις τάξεις τους και αθλήτριες, οι οποίες έφτασαν τις 4069 σε 10651 αθλητές, συνολικά (38.20%). «Έκανα, λέει η Δέσποινα, ντουέτο με τη Χριστίνα Θαλασσινίδου και στο πανελλήνιο πρωτάθλημα ήμασταν πρώτες. Αργότερα, τον Ιανουάριο του 2000, πήγαμε στο Σίδνεϊ για πρόκριση στην Ολυμπιάδα. Συμμετείχαμε σε ντουέτο και ομαδικό, όπου τελικά προκριθήκαμε με το ντουέτο...» Το ολυμπιακό της όνειρο γίνεται πραγματικότητα! Η προετοιμασία με τη Χριστίνα και προπονήτρια την Όλγα Βασιλτσένκο μπαίνει στην τελική ευθεία. «Πολλή κούραση, πολλές ώρες προπόνηση. Γενικά, όλα δύσκολα αλλά με μεγάλη ανυπομονησία για το μεγάλο γεγονός. Ήταν η πρώτη μου φορά και ανυ­πομονούσα να πάω, οπότε δεν έδινα μεγάλη σημα­σία στις δυσκολίες της προπόνησης» θυμάται... «Αισθανόμουν υπερήφανη γιατί Ολυμπιακοί Αγώνες για μένα σήμαιναν εκπροσώπηση της χώρας μου στους μεγαλύτερους αγώνες και δικαίω­ση των κόπων μου τόσα χρόνια». Οι προκριματικοί αρχίζουν την Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου, ώρα 14.00, στο Sydney International Aquatic Centre, με το τεχνικό πρόγραμμα, και με (54.000+36.667=90.667x35%) 31.733 βαθμούς κατα­τάσσονται στη 12η θέση. Η συνέχεια τη Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου, ώρα 17.00, με το ελεύθερο πρόγραμ­μα: οι... λεπτομέρειες (54.200+36.000=90.200x65%) 58.630 συν 31.733 (της πρώτης μέρας) σύνολο 90.363 βαθμοί τις «περιορίζουν» στη δέκατη τρίτη θέση ανάμεσα σε είκοσι τέσσερα ζευγάρια και τις στερούν την πρόκριση στον τελικό, αφήνοντας τες με την γλυκόπικρη γεύση της συμμετοχής όχι όμως και της διάκρισης, όπως είχαν προετοιμαστεί και έλπιζαν... «Μου έκανε εντύπωση, αναπολεί, το πόσο γεμάτο από κόσμο ήταν το στάδιο όπου αγω­νιστήκαμε. Όλοι μάς χειροκροτούσαν ήταν αυτό που μου έδωσε τεράστια δύναμη για τον αγώνα. Αισθανόμουν πολύ περήφανη και πολύ όμορφα που συμμετείχα σε κάτι τόσο μεγάλο. Δεν έχει σχέση με κανέναν άλλον αγώνα η Ολυμπιάδα. Ήταν κάτι που θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου για πάντα». Η Δέσποινα δε διστάζει να πει πως οι γονείς της, Ευγένιος και Θωμαΐς, είναι αυτοί που τη βοήθησαν και τη στήριξαν σε κάθε δυσκολία· η Ρωσίδα Όλγα Μπρουσνίκινα της άρεσε «γιατί σαν αθλήτρια είναι πολύ καλή» και πιστεύει πως ο αθλητισμός «της πρόσφερε τα πάντα. Εμπειρίες καλές και κακές. Φίλες. Να βλέπει γενικά τη ζωή διαφορετικά...» Σήμερα (συνεχίζει να) περνά ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής της στην πισίνα «μέσα στο υγρό στοιχείο αισθάνομαι πιο άνετα και όμορ­φα απ' ό,τι έξω· με ηρεμεί» ως αθλήτρια στον Πανελλήνιο Γ.Σ. και προπονήτρια στον ΑΝΟ Αργυρούπολης. Συμβουλεύει τα παιδιά «να ασχολούνται με τον αθλητισμό, γενικά». Όσο για το ποια (θα πρέπει να) είναι τα χαρακτηριστικά μιας πρωτα­θλήτριας: «ευλυγισία, χάρη, αντοχή, πλευστότητα, και πολύ δυνατός χαρακτήρας...».

 

Το κορίτσι των ρεκόρ...

 

Η ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΠΛΙΑΜΟΥ γεννήθηκε στο Χρυσό Σερρών στις 15 Οκτωβρίου 1982. Οκτώ χρονών έκανε τα πρώτα της... βήμα­τα στην πισίνα. «Ξεκίνησα το 1990. Με πήγανε οι γονείς μου γιατί ήθελαν να μάθω να κολυμπώ. Πρώτος μου σύλλογος ο ΜΓΣ Πανσερραϊκός και πρώτος μου προπονητής ο Δημήτρης Κόκκινος». Και έγινε κολυμβήτρια... «Η κολύμβηση γυμνάζει όλο το σώμα, είναι το μόνο άθλημα με τους λιγότε­ρους τραυματισμούς. Περνάς καλά μέσα στο νερό· μέσα στο νερό βρίσκω τον εαυτό μου. Με λίγα λόγια απευθύνεται στην ψυχή και το σώμα». Το ταλέντο και οι επιτυχίες της, μόλις δεκαπέντε ετών πανελλή­νια ρεκόρ κορασίδων 1:04.22 λεπτά στα 100 μ. πετα­λούδα -4 Μαΐου 1997, «Νιόβεια» Θεσσαλονίκη- και 29.33 δευτ. στα 50 μ. πεταλούδα -10 Μαΐου 1997, Τουρνουά «Ακρόπολις» Αθήνα-, αποτέλεσαν εφαλτή­ριο για την εθνική ομάδα, της οποίας υπήρξε μέλος και ως αθλήτρια του Α.Σ. Άρης Θεσσαλονίκης, στον οποίο μεταγράφηκε το 1999. Προπονητές όλα αυτά τα χρόνια οι Μυστακίδης, Βούλτσος, Παπαδόπουλος, Ακος Τοτ, Παπανικολάου, Αλφατζής, Χρυσαφής Βαγγελακάκης.

Μια ακόμη κούρσα τέλειωσε για την Κατερίνα Μπλιάμου

 

Το 1998, στους Πανευρωπαϊκούς εφήβων-νεανίδων της Αμβέρσας, ήταν 3η στα 200 μ. ύπτιο με 2:17.50 λεπτά, 4η στα 100 μ. πεταλούδα με 1:02.44 λεπτά, 7η στα 100 μ. ύπτιο με 1:04.91 λεπτά, καταρρίπτο­ντας μάλιστα τέσσερα πανελλήνια ρεκόρ κορασί­δων, τρία νεανίδων και ισάριθμα γυναικών!, στους Πανευρωπαϊκούς ανδρών-γυναικών, το 1999 στην Κωνσταντινούπολη, 8η στα 200 μ. ύπτιο με 2:16.51 λεπτά (στον ημιτελικό σημείωσε νέα πανελλήνια ρεκόρ γυναικών και νεανίδων με 2:16.25 λεπτά), το 2000 στο Ελσίνκι, 17η στα 100 μ. ύπτιο με 1:05.37 λεπτά και 9η στα 200 μ. ύπτιο με 2:16.86 λεπτά... Έτσι, αθλήτρια του Α.Σ. Άρη, με προπονητή τον Ούγγρο Ακος Τοτ, με πρωτιές, ρεκόρ, διακρίσεις και πιάνοντας το όριο, η Κατερίνα κέρδισε το εισι­τήριο για το... Σίδνεϊ. «Ήταν η τελειοποίηση του στόχου μου. Ένιωσα μεγάλη χαρά, λέει, και περίμε­να να έρθει εκείνη η στιγμή για να ζήσω, όπως μου λέγανε, «το όνειρο». Η προετοιμασία συνεχίστηκε «με την ημέρα να ξεκινά με πρωινή προπόνηση και κάποιες εξειδικευμένες γυμναστικές ασκήσεις, μετά ξεκούραση και σωστό φαγητό γιατί... ακολουθούσε η απογευματινή προπόνηση. Έπειτα σπίτι, ξεκού­ραση και ηρεμία» και η Κατερίνα ταξίδεψε για τη μακρινή χώρα των καγκουρώ. «Θυμάμαι την τελετή έναρξης, καθώς μπαίναμε πρώτοι και βλέπαμε ένα στάδιο γεμάτο κόσμο να χειροκροτάει και να κρα­τάει στα χέρια του σημαίες από κάθε γωνιά της γης. Η ατμόσφαιρα ήταν υπέροχη· όλοι οι αθλητές απ' όλα τα αθλήματα και από όλες τις χώρες ήταν σαν μια πολύ μεγάλη παρέα». Και η ώρα της δράσης. Στο Sydney International Aquatic Centre, άρχισε την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου το πρωί -ώρα 10.08-με τα 100 μ. ύπτιο· στην γ' σειρά του προκριματι­κού «έπεσε» στην όγδοη διαδρομή όπου με χρόνο 1:05.09 λεπτά (πέρασε το πρώτο πενηντάρι σε 31.74 δευτ.) τερμάτισε 8η και αποκλείστηκε, καταλαμβά­νοντας την 32η θέση -μεταξύ σαράντα έξι κολυμβη­τριών- στην τελική κατάταξη. Την Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου το πρωί -ώρα 11.56-συνέχισε με τα 200 μ. ύπτιο· στη β' σειρά του προ­κριματικού «έπεσε» στην πέ