ΤΟ ΜΠΕΖΕΣΤΕΝΙ



ΝΙΚΟΥ Ζ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η μελέτη των μνημείων της Τούρκικης αρχιτεκτονικής είναι μια νέα σχετικά υπόθεση.
Και το ότι γιατί η Τουρκία ήταν για πολύ, μια χώρα που το πρόσωπο της ήταν άγνωστο στη Δύση, σαν τα πρόσωπα των γυναικών της που ήταν σκεπασμένα με τον φερετζέ μέχρι πριν μισό αιώνα.
Οι βαθιές αλλαγές που έγιναν όμως στη χώρα αυτή ύστερα από τον Ατατούρκ, άνοιξαν ένα πεδίο έρευνας και η Τούρκικη Τέχνη τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών Ευρωπαίων.
Ένα πλήθος από σημαντικές μελέτες είδαν το φως της δημοσιότητας και διεθνή συνέδρια οργανώθηκαν με ανακοινώσεις πάνω σε θέματα της Τουρκικής τέχνης γενικά.
Έτσι ο κύριος όγκος των μνημείων της Τούρκικης αρχιτεκτονικής έχει παρουσιαστεί ταξινομημένος τυπολογικά και χρονολογικά και έχουμε σήμερα στη διάθεση μας ένα ικανοποιητικό γλωσσάριο.
Ή Ελληνική πλευρά στον τομέα αυτό απουσιάζει εντελώς, δικαιολογημένα ίσως μέχρι σ’ ένα σημείο. Η απουσία όμως από ένα στίβο δεν είναι ούτε μέθοδος ούτε άμοιρη ζημιών πολλές φορές.
Η μικρή αυτή συμβολή είναι μια παρουσία στο χώρο αυτό και αντικείμενο της είναι η εξέταση ενός μνημείου που δεν είναι άγνωστο στους μελετητές, είναι άγνωστες όμως πολλές πτυχές του.
Το μνημείο είναι το Μπεζεστένι, που η σιλουέτα του διαγράφεται έντονη στο δυτικό μέρος της κεντρικής πλατείας Ελευθερίας των Σερρών και έχοντας ενταχθεί στη σύνθεση της αποτελεί ένα στοιχείο χαρακτηριστικό πού δίνει σ’ αυτή μια μοναδικότητα.
Το κτίριο αυτό πού ήταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μια σκεπαστή αγορά, βρήκε τελευταία ένα καλό προορισμό αφού λειτουργεί σαν εκθετήριο μιας συλλογής αρχαιολογικών αντικειμένων πού βρέθηκαν στο Νομό τα τελευταία εκατό χρόνια και ήταν άλλοτε στοιβαγμένα σε απροσπέλαστα υπόγεια. Η νέα αυτή χρήση δεν είναι πρωτότυπη. Στη Σόφια, στα Σκόπια και σ’ αυτή ακόμη την Άγκυρα και αλλού υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα.
Αυτή η τελευταία εξέλιξη στην ιστορία του μνημείου έδωσε μια μερική λύση στο πρόβλημα που η ολική του λύση σκοντάφτει στο «κενό» του αρχαιολογικού νόμου, και στην έλλειψη μιας γενικής θεώρησης του, που την επιχειρούμε εδώ.
Όπως σημειώνει ο Αναστάσιος Ορλάνδος, Διευθυντής άλλοτε της Υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων και Βυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Παιδείας, στην έκθεσή του για τα χρόνια 1938-1940: «Εν Σέρραις εστερεώθη και εξησφαλίσθη το θαυμάσιον Τουρκικόν κτήριον του Μπεζεστενίου, όπερ κατορθώσαμεν να περισώσωμεν εκ της κατεδαφίσεως, εις ην είχον καταδικάσει αυτό όχι μόνον αι διοικητικαί αρχαί της πόλεως αλλά και αυτή αύτη η αρχαιολογική υπηρεσία Μακεδονίας»
Στη συνέχεια γίνεται η περιγραφή και η αρχιτεκτονική ανάλυση του κτηρίου καί δίνονται η κάτοψή του, κατακόρυφες κύριες τομές και εικόνες του εξωτερικού και εσωτερικού του. Στο τέλος μια πρώτη προσέγγιση για τη χρονολόγηση του διατυπώνεται με το παρακάτω:
«Ως προς την χρονολογίαν κατασκευής αν κρίνωμεν από την επιμελή τοιχοδομίαν και διακόσμησιν και από την καθ’ όλου εμφάνισιν, ήτις είναι ομοία προς τζαμιών χρονολογουμένων από του 15ου αιώνος, θα πρέπει να δεχθώμεν, ότι κατά τους αυτούς περίπου χρόνους (τέλη 15ου ή αρχάς 16ου αί.) θα συνετελέσθη και η οικοδομή της εν Σέρραις μεγάλης αγοράς, περί ης περιέργως ο αείμνηστος Παπαγεωργίου ουδέν έγραψε διεπραγματεύθη περί άλλων Τουρκικών κτισμάτων της πόλεως Σερρών». Είναι φανερές οι δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησε στην εποχή εκείνη σοφός καθηγητής - τώρα ακαδημαϊκός Αναστάσιος Ορλάνδος και είναι ένας ακόμα άθλος στο ενεργητικό του κοντά στους τόσους άλλους αν σκεφτεί κανείς το μικρό αριθμό των μελετών που ήταν διαθέσιμες γύρω από τα μνημεία της Τούρκικης αρχιτεκτονικής από τη μια και το γεγονός ότι μόλις είχε κατεδαφιστεί το Εσκή Τζαμί και είχε οικοπεδοποιηθεί.
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα σημειώνει ο Πέτρος Πέννας για το μνημείο. «Το Μπεζεστένι, το αξιόλογον και θαυμάσιον τούτο κτίσμα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, παρά τας προς κατεδάφισιν και οικοπεδοποίησιν αυτού προσπαθείας, πολλών ενδιαφερομένων Σερραίων, κυρίως εμπόρων, διέφυγε την καταστροφήν, χάρη, εις τας προσπάθειας πολλών πνευματικών ανθρώπων της πόλεως, το Ύπουργείον Παιδείας, δεχθέν την επιστημονικήν γνώμην του ειδήμονος Ακαδημαϊκού Αναστασίου Ορλάνδου εκήρυξε τούτο διατηρητέον μνημείον (με το Β. Δ. της 19 Ιανουαρίου 1938 Φ.Ε.Κ. τ. Β. 18/20.1.1938), διέθεσε πιστώσεις δια την επισκευήν του και τέλος απεφάσισε την διάθεσιν αυτού και την χρησιμοποίησίν του ως μουσείου».
Συμπληρώνουμε την Ιστορία του μνημείου με τις παρακάτω χρονικές σημειώσεις: Στο διάστημα της Βουλγαρικής κατοχής 1941 - 1944 οι προσπάθειες για τη κατεδάφιση του δεν σταμάτησαν. Μια ευτυχής συγκυρία ήταν ότι πρωθυπουργός τότε ήταν ό καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας FILOW που όταν ήρθε εδώ αποθάρρυνε και εκείνες τις προσπάθειες στην ανώμαλη εκείνη περίοδο.
Στα 1962, μαρμαροστρώθηκε το δάπεδό του, με δαπάνη της Υπηρεσίας Αναστηλώσεων που έφτασε στις 200.000 δραχμές και εκτελέστηκε από τον συμπαθή Σερραίο τεχνίτη Ευστράτιο Βαλή με υπόφαιο μάρμαρο Δράμας.
Τον Οκτώβρη του 1970 και χωρίς καμιά επισημότητα άνοιξε τις πύλες του σαν «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ», χωρίς όμως τα πλούσια αντικείμενα που κρατιούνται ακόμη αλλού. Και ερχόμαστε τώρα στο πρόβλημα της χρονολόγησης του μνημείου που απασχόλησε τόσο τον σωτήρα του μνημείου Αν. Ορλάνδο όσο και άλλους μελετητές.
Τελευταία, στην σημαντική μελέτη για τα μνημεία της Τουρκοκρατίας των Σερρών που έγραψε ο Ολλανδός Μ. KIEL, αποδίδεται με κάποια πιθανότητα στους κτήτορες του τζαμιού του Μεχμέτ Μπέη (της Αγιά Σοφιάς) δηλαδή στον Μεχμέτ Μπέη και τη γυναίκα του Σελτζούκα Χατούν, θυγατέρας του Σουλτάνου Μπεγιαζήτ Β΄, τα τέλη του 15ου αιώνα και αποκλείεται το ενδεχόμενο να είναι έργο του 15ου αιώνα.
Ο Πέτρος Πέννας στο έργο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ» θίγει το πρόβλημα και δίνει τη δική του άποψη με τα παρακάτω:
«Ο ακριβής χρόνος της ανεγέρσεως αυτού είναι άγνωστος. Ασφαλώς όμως είναι κτίσμα των πρώτων μετά την κατάκτησιν των Σερρών χρόνων και υπήρξε αναμφισβητήτως η πρώτη επίσημος Τουρκική αγορά, ανεγερθείσα συγχρόνως με το Εσκί Τζαμί (1385). Διότι και τούτο όπως και εκείνο, είναι εκτισμένον επί χώρου κειμένου έξω του νοτιοδυτικού τοίχους του παλαιού «Κάστρου των Σερρών», εις την περιοχή δηλαδή όπου ευθύς μετά την κατάκτησιν ήρχισαν αναπτυσσόμενοι αι τουρκικαί συνοικίαι και η αμμιγής κατ’ αρχάς τουρκική αγορά». Το πρώτο γνωστό αυτή τη στιγμή - αρχαιότερο - έγγραφο που μνημονεύει το Μπεζεστένι και βρήκαμε τελευταία, είναι μια δωρητήρια πράξη του 1499, που προέρχεται απ’ το Μοναστήρι μας του Προδρόμου, όπου βλέπουμε τα παρακάτω:
«... ηγόρασαν ομού την ταβέρναν την κειμένην μέσων των δυο οδών των κατερχομένων από των μακελίων, και της άλλης της κατερχόμενης υπό του κηροπωλείου και ληγούσης κάτω εις τον φόρον του πεζαστανίου...».*
Έτσι έχουμε ένα πρώτο πιστοποιητικό αναμφισβήτητο, που ορίζει το πιθανό διάστημα της κτίσης του στη περίοδο 1383 (=Κατάκτηση των Σερρών απ’ τους Τούρκους) - 1499.
Όπως παρατηρούμε οι δυο πρώτοι που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα, εξέτασαν το μνημείο μόνο του χωρίς εξάρτηση από τα γύρω. ενώ ο Πέννας με την διαίσθηση του Ιστορικού διέγραψε μια άλλη πιθανότητα.

 
 


Αν ρίξουμε μια ματιά στο σχέδιο 1 πού δείχνει την εικόνα της κεντρικής αγοράς (OPTΑ ΤΣΑΡΣΙ) στις αρχές του αιώνα μας όπως αποτυπώθηκε από συνεργεία του Ελληνικού Στρατού αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1913, διακρίνουμε αμέσως τρία μεγάλα κτίσματα: Το Αττίκ ή Εσκή Τζαμί, το Μπεζεστένι και το μεγάλο λουτρό (χαμάμ), που τα λείψανά του βρέθηκαν στις εκσκαφές για τη θεμελίωση του κινηματογράφου «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ», (είκ. 3) Μια σύντομη περιγραφή του βλέπουμε στην υπηρεσιακή αναφορά της αρχαιολόγου κ. Φανής Δροσογιάννη. Τα τρία αυτά μνημεία με μια ασφαλή πληροφορία για την ύπαρξη κάποιου Ισλαμικού ιεροδιδασκαλείου (μεντρεσσέ) στην περιοχή, μας βάζουν στον πειρασμό να σκεφθούμε μήπως σχετίζονται μεταξύ τους και αποτελούν στοιχεία ολόκληρου πολεοδομικού συγκροτήματος (COMPLEX) που κτίστηκε με διαταγή του Σουλτάνου Μουράτ του 1ου (του Χουνταβεντικιάρ) που αποτέλεσε και τον πυρήνα της νέας Τουρκόπολης των Σερρών.
Τέτοια συγκροτήματα είναι γνωστά εκτός από εκείνα της Προύσσας, της Αδριανούπολης και της Κωνσταντινούπολης που έγιναν πρωτεύουσες του Οθωμανικού κράτους και κτίστηκαν απ’ τους διάφορους Σουλτάνους και φέρνουν τα ονόματά τους και σε άλλες πόλεις όπως π.χ. στην Αμάσεια του Πόντου όπου το Συγκρότημα του Μπεγιαζήτ του Β΄ του Περτέβ Πασά στο Ιζμίτ και αλλού.
Σύμφωνα με την πρακτική των Οθωμανών «Μόλις μια πόλη αποκτούσε το Ούλου Τζαμί της μπορούσε να έχει και το Μπεζεστένι της...» όπως παρατηρεί ο ιστορικός της Οθωμανικής αρχιτεκτονικής G. GOODWIN. Την πρακτική αυτή την διατυπώνει με σαφήνεια ο Τούρκος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης Β. UNSAL σε σχετικό έργο του με τα παρακάτω:
«Μια ιδιορρυθμία αυτών των αγορών (Μπεζεστενιών) είναι ότι είναι κτισμένα πάντοτε δίπλα σ’ ένα τζαμί και ήταν μια μόνιμη πηγή εισοδήματος για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών και φιλανθρωπικών σκοπών τού Ιδρύματος».
Όπως παρατηρούμε οι αρχές αυτές επιβεβαιώνονται απόλυτα και στη δική μας περίπτωση με μια μόνη επιφύλαξη ότι τούτο το Μπεζεστένι να είναι νεώτερο απ’ το 1385 στη περίπτωση που πήρε τη θέση κάποιου προηγούμενου, γιατί είναι αδιανόητο να έμεινε το Εσκή Τζαμί χωρίς προίκα (Βακίφ), για τόσο μεγάλο διάστημα. Και η τελευταία όμως αυτή σκέψη θα πρέπει ν’ αποκλειστεί γιατί τα κτίσματα αυτά κτίζονταν για την αιωνιότητα.
Συμπληρώνουμε την ανάλυση του, παρατηρώντας πολλές εξωτερικές ομοιότητες με το Μπεζεστένι του Μαχμούτ Πασά στην Άγκυρα, έργο απ’ το 1465 με δέκα τρούλους σε δυο σειρές από πέντε με τέσσαρες πεσσούς που στεγάζει σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο τής Τουρκικής Πρωτεύουσας ύστερα απ’ τις αναγκαίες τροποποιήσεις πού τού έκαναν και τέλος σε κάτοψη (6 τρούλοι και δυο πεσσοί) είναι όμοιο με το Μπεζεστένι της Καλλίπολης (Γκελίμπολου).
Άξιο να αναφερθεί ακόμη είναι ότι όπως βλέπουμε στο σχέδιο 1 το Μπεζεστένι περιβάλλονταν και στις τέσσερεις πλευρές του σε μια απόσταση πέντε μέτρα απ’ αυτό με μια σειρά μικρομάγαζα (με βάθος γύρω στα 4,50 μ.) εκτός απ’ τη Βορειοανατολική γωνία που τα θεμέλια των μαγαζιών φαίνονταν και σήμερα και το κενό ανάμεσα σ’ αυτά και στο κτίριο ήταν 1,80 μ. και το βάθος τους γύρω στο 1,00 μ. Έτσι η παρουσία τους μπροστά του άμβλυνε τη μονοτονία του όγκου του από κάποια απόσταση πού ίσως να είναι και μια απ’ τις αιτίες της τόσης πολεμικής που δέχτηκε το μνημείο. Οι σειρές των μαγαζιών αυτών διακόπτονται στο μέσο τους με ανοίγματα που αντιστοιχούσαν και οδηγούσαν στις τέσσερεις πύλες του κτιρίου. Στις θέσεις αυτές υπήρχε και δεύτερο μαγαζί πίσω απ’ το πρώτο που έκλεινε τον ανοικτό χώρο που ήταν ανάμεσα στο κτίριο και στα μαγαζιά.
Η διάταξη αυτή ίσως κρίθηκε αναγκαία σε κατοπινούς μάλλον χρόνους για να αντιμετωπισθούν οι πυρκαγιές που όπως είναι γνωστό ήταν μια «χρόνια ασθένεια» των Τουρκοπόλεων απ’ την οποία δεν ξέφυγε ούτε το Μπεζεστένι.
Στο χρονικό του Παπασυναδινού διαβάζουμε για την πυρκαγιά του 1631 «...και καίγονται τα αμπατζήδικα όλα από πάνου έως κάτου και όλος ο αραστάς και όλοι οι χρυσοσκουφάδες και όλοι οι καζάζηδες τρογύρου το μπεζεστένι και εσέβενεν η φλόγα από τα σιδεροπαράθυρα και εκάηκαν τα χατήλια μόνον...»
Τα παραπάνω επιτρέπουν τη θεώρηση των προβλημάτων του μνημείου στο σύνολο τους. Η λύση τους δεν είναι έργο τούτης της εξέτασης.

 
 
 



ΣΕΡΡΕΣ ΓΕΝΑΡΗΣ ΤΟΥ 1977

* Το έγγραφο πρωτοδημοσιεύτηκε απ’ τον Γεδεών μαζί με τα τέσσερα Σουλτανικά φιρμάνια που είχαν εκδοθεί για το Μοναστήρι και με τα οποία ασχολήθηκε η Ελισσάβετ Οικονομίδου - Ζαχαριάδου σε μελέτημα της και έχει ξεφύγει απ’ τα έγγραφα που κωδικοποίησε ο GUILLOU. Είναι χαρακτηριστική η άψογη γλώσσα του εγγράφου που μαρτυρεί για συντάκτη της στα σκοτεινά εκείνα χρόνια κάποιο μαθητή του Γεννάδιου του Σχολάριου, που είναι δεκτό ότι πέθανε εκεί στα 1472.


Περιοδικό Πνευματική Στέγη
Ιανουάριος - Μάρτιος 1977 - Τεύχος 1