Λάζαρος Κ. Κιούσης (1866-1909)

 

Γεννήθηκε στις Σέρρες. Έβγαλε το Γυμνάσιο Σερρών με άριστα. Υπηρέτησε γραμματέας του Ελληνικού Προξενείου Σερρών δεκαπέντε χρόνια και επόπτης-διαχειριστής του διδασκαλικού προσωπικού των δημοτικών σχολείων της σερραϊκής υπαίθρου. Ήταν εγγονός του χρυσοχόου Δημ. Κιούση, που δολοφονήθηκε στις Σέρρες απ' τους Τούρκους (8-5-1821) μετά την επανάσταση του Εμμ. Παπά και συγγενής της βιεννέζικης οικογένειας των εθνικών ευεργετών Δούμπα. Φλογερός πατριώτης, υπήρξε μέλος τής Φιλικής Μακεδονικής Εταιρίας και της ένοπλης εθνικής οργάνωσης «Ορφεύς» Σερρών, μυστικός πράκτορας έμπιστος του Κέντρου, πρωταθλητής του Μακεδονικού αγώνα και ακούραστος εθνικός εργάτης. Κινδυνεύοντας σε κάθε βήμα, αγωνίστηκε ακατάπαυστα, μέρα και νύχτα χωρίς διακοπή επί πολλά χρόνια, με αφοσίωση, αυταπάρνηση, ένθεο ζήλο και ανιδιοτέλεια για την απελευθέρωση τής Μακεδονίας απ' τον τουρκικό ζυγό, αναζωπυρώνοντας τις ελπίδες και αναθάλποντας το ελληνικό φρόνημα των συμπατριωτών του.

Υπήρξε ακόμα ο αναγκαίος και πολύτιμος συνεργάτης του προξένου Αντωνίου Σακτούρη και του ανθυπολοχαγού Δημοσθένη Φλωριά, που τοποθετήθηκε στο Προξενείο με το ψευδώνυμο Νούτσιος (1906) και την ειδική εντολή να οργανώσει την άμυνα τής περιφέρειας Σερρών εναντίον της βουλγαρικής τρομοκρατίας. Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων (1908) ο Κιούσης, που δε γελάστηκε απ' τις ψεύτικες διακηρύξεις και παραχωρήσεις, συνέχισε τους αγώνες του. Θεωρήθηκε γι' αυτό επικίνδυνος και τη νύχτα τής 31-7-1909 δολοφονήθηκε απ' τον Κ. Τζελέπη, οπαδό τού προδότη καπετάν Αλέξανδρου και πληρωμένο όργανο του Νεοτουρκικού κομιτάτου, έξω απ' τη θύρα του σπιτιού του (συνοικία Αγ. Αποστόλων στο Κονλούκι). Στην κηδεία, που έγινε πάνδημη, παιάνιζε η φιλαρμονική του «Ορφέα». Αργότερα η αδελφή του Μαρία, τιμώντας τη μνήμη του, ανήγειρε πάνω στον τάφο (νεκροταφεία Αγ. Κωνσταντίνου) την προτομή του και οι Σέρρες ονόμασαν μια οδό: Λαζάρου Κιούση.