Καπετάν Μητρούσης

 

Ο Καπετάν Μητρούσης

Το πρώτο αστέρι του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή των Σερρών είναι ο Μητρούσης Γκογκολάκης από το χωριό Χομόνδρος (σημερινό Μητρούση). Είχε αθλητικό παράστημα και ήταν παλαιστής. Τον θαύμαζαν ακόμα και οι Βούλγαροι. Ο κομιτατζής Τάσκα τον ήθελε για πρωτοπαλίκαρο του. Ο Μητρούσης όμως του απαντούσε: «Εγώ Έλληνας γεννήθηκα κι Έλληνας θα πεθάνω». Ο Τάσκα απελπίζεται. Και μια μέρα πού ο Μητρούσης απουσίαζε, οι Βούλγαροι μπαίνουν στο χωριό του και σφάζουν τη γυναίκα του και το μονάκριβο παιδί του. Όμως ο Μητρούσης δεν κάμπτεται. Μαζί με δύο αφοσιωμένους φίλους του κατατάσσεται στο σώμα του καπετάν Γιαγκλή πού δρούσε στην περιοχή τής Νιγρίτας, διψώντας για εκδίκηση. Μαθαίνει ότι στο γειτονικό χωριό Καραντζάκιοϊ (σημερινή Μονοκκλησιά) έχει στήσει το επιτελείο του ο δολοφόνος τής γυναίκας του, Τάσκα. Οι άντρες του τότε μεταμφιεσμένοι σε Τούρκους αξιωματικούς μπαίνουν στο Καραντζάκιοϊ και εκδικούνται το θάνατο των οικείων του. Τριάντα πέντε περίπου πτώματα πέφτουν από τις σφαίρες των ανταρτών του Μητρούση. Οι Βούλγαροι παρέλυσαν. Οι Τούρκοι έγιναν ανάστατοι. Και για να καταλαγιάσει ή αναταραχή πού προκλήθηκε στο προξενείο και στο επαναστατικό κέντρο των Σερρών, ο Μητρούσης στέλνεται στην Αθήνα. Αλλά μην αντέχοντας στον άπραγο βίο, ξαναγυρίζει ύστερα από δύο μήνες στις Σέρρες μαζί με δύο φίλους του από την ελεύθερη Ελλάδα. Τον φοιτητή ιατρικής Θεόδωρο Τουρλεντέ από τη Μεγαλόπολη και τον Νίκο Παναγιώτου από το Αγρίνιο, γνωστό στην πόλη του Αγρινίου σήμερα ως καπετάν Κουμπούρα. Ο Μητρούσης τώρα γίνεται αρχηγός μιας πενταμελούς ομάδας και συνεχίζει τη δράση του, με αποκορύφωμα την εποποιία του κωδωνοστασίου τής Ευαγγελίστριας, στη συνοικία Καμενίκια των Σερρών.

Στις 13 Ιουλίου του 1907, το απόγευμα, ο Μητρούσης με τα παλικάρια του μπαίνει στην πόλη των Σερρών και φιλοξενείται στο σπίτι του Παπαθανάση, δίπλα στο ναό τής Ευαγγελίστριας. Η παρουσία του όμως εκεί γίνεται αντιληπτή από Τούρκους και την άλλη μέρα, 14 Ιουλίου, 3 χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες και φανατισμένα στίφη τουρκικού όχλου περιζώνουν ολόκληρη τη συνοικία και τον γύρω τής εκκλησίας χώρο. Ο Μητρούσης, βλέποντας ότι προδόθηκε, αφήνει το σπίτι του Παπαθανάση και οχυρώνεται μέσα στο ναό τής Ευαγγελίστριας και στο καμπαναριό. Στο χώρο αυτό θα γραφεί μία από τις σπάνιες σελίδες τού Ελληνισμού, πού ανανέωσε τη θυσία στο Κούγκι και στο Αρκάδι. Για επτά ολόκληρες ώρες οι 5 ήρωες καθηλώνουν 3.000 Τούρκους και δεκάδες πτώματα καλύπτουν το γύρω χώρο. Το σπίτι του Παπαθανάση σε λίγο πυρπολείτε, ενώ την ίδια στιγμή πέφτουν δύο από τα παλικάρια του Μητρούση, ο Θεόδωρος Τουρλεντές και ο Μιχάλης Ουζούνης. Ακολούθησε η σύλληψη των τραυματισμένων Παναγιώτου και Ούρδα και μένει μόνος ο τραγικός ήρωας Μητρούσης. Όμως, αποφασισμένος να εξαγοράσει ακριβά το θάνατο των συντρόφων του, αποσύρεται από το ναό τον οποίο τώρα κυκλώνουν οι φλόγες, και οχυρώνεται στο καμπαναριό της Ευαγγελίστριας. Αρνείται να καταθέσει τα όπλα και όταν διαπιστώνει ότι του απομένει μόνο μία σφαίρα, προσποιείται ότι θέλει να παραδοθεί. Φωνάζει τον αστυνομικό διοικητή να έρθει τάχα να τον παραλάβει και όταν εκείνος πλησιάζει, τού φυτεύει τη σφαίρα στην καρδιά, ενώ συγχρόνως βυθίζει το ξίφος στα σπλάχνα του. Πραγματικά, αισχύλεια τραγωδία. Ο καπετάν Μητρούσης δεν ζει πια. Όμως ή θυσία του έγινε θρύλος και ή λαϊκή μούσα του έκανε τραγούδι:

 

Μητρούσης Καπετάνιος

Θεόν παρακαλεί

νά έμβει εις τάς Σέρρας

να σύρει το σπαθί.

 

Κομσέρδες μιστιντούκδες

και όλη η Τουρκιά

Αλλάχ! 'Αλλάχ! Φωνάζουν

«Τεσλίμ όλ μπρε Μητρούση!»

 

Δεν πάτε να χαθείτε

τεσλίμ δεν γίνουμαι,

το αίμα μου το χύνω

ποτάμι ας γενή...

 

Την άλλη μέρα, το σώμα του Μητρούση, διάτρητο από τις εχθρικές σφαίρες, θάφτηκε κοντά στο χώρο της συμπλοκής.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου 1907, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν με απαγχονισμό στην πλατεία Άτ παζάρ, πίσω από το Διοικητήριο, τα αλλά δύο παλικάρια του Μητρούση, ο Νίκος Παναγιώτου καί ο Γιάννης Ούρδας, ενώ στους γύρω δρόμους ένα πλήθος κόσμου παρακολουθούσε σιωπηλό.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε την απάντηση πού έδωσε ο Παναγιώτου κατά τη διάρκεια της δίκης σε ξένο διπλωμάτη.

 

«Τι ζητάς εσύ από το Αγρίνιο, στη Μακεδονία πού είναι για σένα μια ξένη χώρα;». Τον ρώτησαν.

«Εμείς οι Έλληνες - απάντησε ο Νίκος Παναγιώτου - έχουμε δύο πατρίδες, την ελεύθερη και τη σκλαβωμένη. Και εμείς οι ελεύθεροι έχουμε χρέος να αγωνιστούμε για να αποκτήσει και ή σκλαβωμένη πατρίδα τη λευτεριά της. Η Μακεδονία για μας δεν είναι ξένη γη». Μια απάντηση γνησίως Ελληνική σ' ένα ψυχρό - ως συνήθως - Ευρωπαίο διπλωμάτη. Παράλληλα και μια υπενθύμιση-μάθημα στην πολιτική τής Ευρώπης για την αδιαφορία της απέναντι στους καταδυναστευόμενους Μακεδόνες και τις φρικαλεότητες των Βουλγάρων.

Επιτροπή Σερραίων ζήτησε τα πτώματα των νέων για ταφή. Οι Τούρκοι, όμως, αρνήθηκαν επίμονα, ενώ έστησαν πυροβόλα στον «Κουλά», την ακρόπολη των Σερρών, έτοιμοι να χτυπήσουν το πλήθος. Τα καταστήματα τής πόλης σε ένδειξη διαμαρτυρίας παρέμειναν κλειστά.

Τελικά, τα πτώματα των δύο παλικαριών τοποθετήθηκαν πάνω σε σανίδες, παραδόθηκαν σε Αθίγγανους και με πολυπληθή συνοδεία Τούρκων στρατιωτών θάφτηκαν στον περίβολο του ναού τής Ευαγγελίστριας στην Καμενίκια, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Μάταια γενναίες Σερραίες Μακεδόνισσες προσπάθησαν να διασπάσουν τον κλοιό και να αρπάξουν τους αγαπημένους τους νεκρούς. Τουρκικό Ιππικό διέλυσε βίαια τη συγκέντρωση. Επί δεκαπέντε μέρες τουρκικό απόσπασμα φρουρούσε τον τάφο των παλικαριών.

Με τον απαγχονισμό και τη ταφή των δύο ηρώων το δράμα του ναού τής Ευαγγελίστριας είχε φθάσει στο τέλος. Το δράμα όμως των Σερραίων συνεχίστηκε. Γιατί συνεχίστηκαν οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις και οι άγριες διώξεις από τις Τουρκικές αρχές.

Και οι Σερραίοι θα συνεχίσουν τον διμέτωπο αγώνα ως την επανάσταση των Νεότουρκων (1908) και την ανακήρυξη του νέου Τουρκικού συντάγματος. Τότε τυπικά τερματίζεται ο Μακεδόνικος Αγώνας, όχι όμως και τα δεινά τού Ελληνισμού.

 

 

Αναστάσιος Μπέγκος, φιλόλογος