Έθιμο της Ντουντούλας - Πεντάπολη Σερρών


Αναβιώνει κάθε χρόνο (από το 2005), από τον Πολιτιστικό Σύλλογο, στα πλαίσια των εκδηλώσεων του ανταμώματος των Πενταπολιτών (κάθε Δεκαπενταύγουστο), το έθιμο της «Ντουντούλας. Είναι ένα πολύ παλιό έθιμο που οι ρίζες του φθάνουν στην αρχαιότητα και μας παραπέμπουν σε τελετουργικά επίκλησης προς τον Όμβριο Δία, για να στήλη στους θνητούς ανθρώπους την πολυπόθητη και ζωογόνο βροχή. Στην Πεντάπολη το θυμόμαστε να γίνεται μέχρι και την δεκαετία του ’60. Από την Άνοιξη έως το Φθινόπωρο και κυρίως τους θερινούς μήνες σε περιόδους έντονης ξηρασίας οι γεωργοί βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Βλέποντας το βιός τους να κινδυνεύει να χαθεί από την έλλειψη νερού και μη έχοντας καμία διέξοδο κατέφευγαν στις Μεγάλες Δυνάμεις τις Θεϊκές. Όπως οι πρόγονοί τους έτσι και αυτοί επιστράτευαν τα Μεγάλα Μέσα. Όλα ξεκινούσαν από μια ομάδα ή μια παρέα χωριανών που αποφάσιζαν να κάνουν την «Ντουντούλα» για να εξευμενίσουν τον Θεό να βρέξει. Έβρισκαν έναν άνδρα, συνήθως ήταν εργένης και τον έντυναν ολόσωμα με μεγάλα μακριά χόρτα και θάμνους.
Τα χόρτα αυτά φύονται ακόμα και σήμερα μέσα στο νερό σε παρόχθιες περιοχές λιμνών, χειμάρρων και ρυακιών γύρω από το χωριό και είναι τα γνωστά στην περιοχή υδροχαρή φυτά «Βούζια» με την περίεργη μυρωδιά τους, το «Ψαθόχορτο» κ.ά.
Πολλές φορές έπρεπε να κοπούν και να είναι έτοιμα από την προηγούμενη ημέρα. Έτσι για να μην μαραθούν τα διατηρούσαν σε σκιερό μέρος μέσα σε βαρέλια ή καζάνια με νερό, βρέχοντας τα φύλλα τους κατά διαστήματα.
Επρόκειτο δηλαδή για έναν κινούμενο θάμνο.
Αφού όλα ήταν έτοιμα ξεκινούσαν την τελετή με πομπή. Μπροστά πήγαινε η «Ντουντούλα» και ακολουθούσαν όλη η παρέα και πολλοί χωριανοί.
Περιφέρονταν στα κεντρικότερα μέρη του χωριού. Αρκετές φορές την εκδήλωση συνόδευαν νταούλια με ζουρνάδες ή γκάιντα.
Καθώς προχωρούσε η «Ντουντούλα» συνεχώς λικνίζονταν – χόρευε – πηδούσε και έβγαζε κραυγές φωνάζοντας «βάι – βάι ντουντούλα, πουλύ βρουχή - πουλύ βρουχή».
Τα ίδια ανταπαντούσαν και ο κόσμος δίνοντας ευχές για να βρέξει. « άϊντε ντουντούλα καλή βρουχή – πουλή βρουχή κι τα πιδούδια φώναζαν – βρέξει-βρέξει πάππου να γίνουν τα σταφύλια». Καθώς διέρχονταν έξω από τα σπίτια, κάτω από τα μπαλκόνια, τα μαγαζιά, τους καφενέδες, τις πλατείες, όλος ο κόσμος με διάφορα σκεύη που διέθετε εκείνη την στιγμή τον κατέβρεχαν. Γκιούμια, τενεκέδες, μαστραπάδες, στάμνες, μπούκλους, μπακράτσια, κουβάδες, κανάτες, κύπελλα κ. ά, άδειαζαν το νερό επάνω του, για το καλό, για να βρέξει. Όπως γίνετε αντιληπτό ο άνθρωπος αυτός ήταν καταβρεγμένος από την κορυφή ως τα νύχια.
Χαρακτηριστική φυσιογνωμία που έμεινε στις μνήμες μας ήταν ένας αγαθός τύπος, εργένης και κουτσός που ξέμεινε στο χωριό και τον αποκαλούσαν Κουτσαρέλο.
Την περίοδο του 1960 αυτόν ντύνανε συνέχεια «Ντουντούλα» και τράβαγε ο άνθρωπος τα χίλια μύρια από τις πλάκες που τον έκαναν. Μία φορά τον έριξαν καυτό νερό και άλλη τα παγωμένα απόνερα της παγωνιέρας.
Έτσι πολλές φορές όταν κατά την διάρκεια του παιχνιδιού ιδρώναμε πάρα πολύ ή βρεχόμασταν, οι μανάδες μας φώναζαν και μας έλεγαν ότι γίναμε σαν ντουντούλες. (Βρέ σείς κουπιλάρια, τιουτιούτσι ή μουσκίδι γίνκιτι σαν ντουντούλα).
Συνήθως, πριν ή μετά την ευτράπελη αυτή εκδήλωση οι κάτοικοι του χωριού ως πιστοί χριστιανοί και πάντα κοντά στην εκκλησία και στον προστάτη τους Άγιο Αθανάσιο επικαλούνταν την βοήθειά του κάνοντας λιτανεία και περιφορά τις ιερής εικόνας του.
Το παράδοξο όλων αυτών των τελετών ήταν ότι συνήθως μετά από μερικές ημέρες έβρεχε. Δεν νομίζετε και εσείς ότι μετά τόσο μεγάλο διάστημα ξηρασίας και τόσες προσπάθειες και γεγονότα θα ερχόταν η πολυπόθητη βροχή ήθελε δεν ήθελε;

 

Απόστολος Στερ. Μελισσάς

 

 

 

 


 


 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
 


Φωτογράφηση: Χριστίνα Παπαφράγου