Δημήτριος Γ. Δαμάνης (1858-1923)

 

Εκπαιδευτικός, απ' τη Νιγρίτα. Αφού παρακολούθησε τα μαθήματα στην τετρατάξια Δημοτική σχολή της Σύρπας (1864-1868) και στο Ελληνικό σχολείο Νιγρίτας (1868-1870) φοίτησε κατόπιν στο Διδασκαλείο Σερρών (Μαρούλη), όπου διδάχτηκε, κοντά στα άλλα, βιολί και τη γερμανική γλώσσα (1870-1874). Παίρνει το πτυχίο του με το βαθμό «πρωτοβάθμιου αστικοδιδασκάλου» και προσλαμβάνεται στο Δημοτικό σχολείο Αχινού (1874-1878) και Αηδονοχωρίου (1878-1883). Διδάσκει μετά στη Σχολή της Ελληνικής κοινότητας Οφρυνίου Μ. Ασίας (1883-1887) και Δαρδανελίων (1887-1892). Επιστρέφοντας διορίζεται διευθυντής της Αστικής σχολής Κάτω Τζουμαγιάς (1892-1893), όπου και παντρεύτηκε. Απ’ το γάμο του απόκτησε 14 παιδιά. Το επόμενο έτος δέχεται πρόσκληση των συμπατριωτών του και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Αστικής σχολής Νιγρίτας (1893-1896). Έριδες όμως με τη σχολική εφορία (δεν ήθελαν στο σχολείο τους τα παιδιά της Σύρπας) τον αναγκάζουν να παραιτηθεί και να αναλάβει πάλι την Αστική σχολή Κ. Τζουμαγιάς (1896-1905). Κατά το διάστημα της παραμονής του εδώ κατάφερε απ’ τους 85 μαθητές της βουλγαρικής Σχολής να παραμείνουν σ' αυτή μόνο 15, οι δε άλλοι να φοιτούν στα ελληνικά σχολεία. Σ' αυτό συνετέλεσαν όχι μόνο τα φλογερά κηρύγματα και η παλικαριά του (κάποτε ανάγκασε τον Βούλγαρο παπά της Τζουμαγιάς να ψάλλει το Ευαγγέλιο στην ελληνική) μα και η ανθρωπιστική συμπεριφορά που τον χαρακτήριζε. Έτσι όταν κάποιο φοβερό χειμώνα πλημμύρισε ο Στρυμόνας και αποκλείστηκε η Τζουμαγιά, μοίρασε όλα τα κάρβουνα του στους φτωχούς, άσχετα με φυλετικά αισθήματα. Άλλοτε διέτρεφε για 6 μήνες, μαζί με το γιατρό Κων/νο Λογοθέτη και τον αρτοποιό Βασίλη Λάμπρου, 3 άπορες οικογένειες χαλκιδικιώτικες που είχαν εκβουλγαριστεί. Δε δίσταζε να γίνει ακόμα και ανάδοχος στα παιδιά ενός απ'τους φανατικότερους Βουλγάρους της περιοχής, κατορθώνοντας όλους αυτούς να τους συγκρατήσει στην ορθοδοξία. Μια δολοφονική απόπειρα τότε εναντίον του από έναν Τζουμαγιώτη πράκτορα των Βουλγάρων (Μπουλγκάρ Ηλία) και ιδιαίτερα τουρκικές πιέσεις τον αναγκάζουν να φύγει με την οικογένεια του και να εργαστεί δάσκαλος ξανά στα Δαρδανέλια (1905-1909). Μετά την ανακήρυξη του τουρκικού Συντάγματος επιστρέφει και αναλαμβάνει πάλι τη διεύθυνση της οκτατάξιας Σχολής Νιγρίτας (1909-1912). Κατά το διάστημα αυτό γλίτωσε από τρεις δολοφονικές απόπειρες. Σε μια απ’ αυτές στη Νιγρίτα, σκοτώθηκε ένας μαθητής του, και σε μια άλλη μέσα στις Σέρρες, μόλις γλίτωσε μαζί με το συνεργάτη και παλιό του μαθητή Δ. Ρώτσκα από παγίδα των ίδιων φονιάδων που σκότωσαν τον Ζεκή Μπέη στη γέφυρα Κων/πολης και τον Γιάγκο Παπάζογλου στη Θεσ/νίκη. Όταν τέλος ο Μουδίρης της Νιγρίτας, πρόεδρος του εκτελεστικού τμήματος των φεντανίδων της περιφέρειας, σε ώρα μέθης αποκάλυψε τα καταχθόνια σχέδια των Νεότουρκων εναντίον του, αναχώρησε για τρίτη φορά στα Δαρδανέλλια (1912). Εκεί στη Σχολή τον βρήκε ο Βαλκανοτουρκικός πόλεμος και στάλθηκε απ’ τους Τούρκους εξορία στο Ικόνιο. Γύρισε μετά την ανακωχή αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση της Αστικής σχολής Έδεσσας (1913-1914) και το άλλο έτος διορίστηκε επιθεωρητής Δημοτικών σχολείων Νομού Ημαθίας (1914-1917). Κατέληξε ύστερα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε διευθυντής στο 6ο Δημοτικό σχολείο αρρένων Αθηνών και σε σχολείο προσφυγοπαίδων στα Πετράλωνα, όπου προσεβλήθη από εξανθηματικό τύφο και πέθανε. Στις βουλευτικές εκλογές της 31-5-1915 συμπεριλήφθηκε στο συνδυασμό Ν. Σερρών (κόμμα Βενιζέλου) χωρίς τη θέληση του (ορφανή κάλπη) και ήρθε πρώτος επιλαχόντος. Σεμνός μα και τολμηρός (την εποχή που οι κομιτατζήδες εξαπέλυσαν άγριο διωγμό εναντίον των δασκάλων, δίδασκε με το περίστροφο πάνω στη έδρα) υπήρξε τυπικό παράδειγμα Έλληνα εκπαιδευτικού, που ενστερνίστηκε τη φράση του Θουκυδίδη (Επιτάφιος Περικλέους): «πλούτω τε έργον μάλλον ή λόγον κόμπω χρώμεθα». Οι πανηγυρικοί του λόγοι (ανέκδοτοι) που εκφώνησε κατά καιρούς σ' οποίες Κοινότητες δίδαξε, είναι υποδείγματα κομψού λόγου και ελληνομάθειας. Δώρισε τη σπάνια βιβλιοθήκη του στα σχολεία Νιγρίτας, που δυστυχώς κάηκε. Έγραψε διάφορες εκπαιδευτικές, ιστορικές και λαογραφικές πραγματείες, πολύτιμες για τα άγνωστα από άλλη πηγή στοιχεία τους: (Ο βράχος της Μαργαρίτας, παράδοσις του χωρίου Πότσεπ, Ύποδιοικήσεως Εδέσσης, 1915. Αρχαίαι επιγραφαί και ανάγλυφα χωρίου Πότσεπ, κ.ά.). Μερικές απ’ αυτές δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά: (Νιγρίτα-Σύρπα: Μακεδονικόν Ημερολόνιον.